Το καλοκαίρι έφευγε
σαν αποβάθρα του σταθμού
απ’ τη ματιά του επιβάτη
πάνω του κείτονταν
τα σώματα του ταξιδιού
τάφοι φθαρμένων φιλοδοξιών
εκθετικά
μα η μουσική ακολουθούσε
δίχως οίκτο τη φυγή
όπως αυτοί
που όταν κοιτάζουν το ρολόι τους
βλέπουν την ώρα που επιβάλλει
η εσωστρέφεια
για να χαθούν μετά στο πλήθος
να πάρεις
την ακινησία του προσωρινού
από το χέρι
ούτε και τόλμησες να κλέψεις
τ’ αγαπημένα μου τραγούδια
να τα αφήσεις να κυλήσουν
απ’ τα μάτια σου νερό
σαν εφηβεία
σε ηλικία επιτάχυνσης
και να κοιτάξεις με ανείπωτη στοργή
το χορτασμένο σου αιδοίο
θα σε δω ξανά
στην άκρη κάποιας λεωφόρου
που αποκήρυξε το τέρμα της
θα ‘ναι αποκλειστικά φθινόπωρο
και θα πασχίσουμε μαζί
να λιώσουμε
τα τελευταία πέδιλα του καλοκαιριού
με τη βοήθεια των ξεραμένων φύλλων
που καλοπιάνουνε τον θάνατο
τα πόδια μας
καλοπιάνοντας με τη σειρά μας
το καθεστώς της μουσικής
ο ένας στον άλλο
και θα ανταλλάξουμε σιωπές
θ’ απομακρυνθούμε
με βήματα αντιδιαμετρικά
να αρχίσει πάλι να αυξάνεται
ραγδαία
photo: Bruce Davidson
