12/05/2026

Οδός Στρατηγού Μακρυγιάννη

Δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα σκοινί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι
 
Μίλτος Σαχτούρης, Το Ταξίδι
 
Όποτε σκέφτομαι ότι φεύγω
πάντοτε φεύγω από τη θάλασσα·
 
Ακόμα και τα πρώτα βράδια
του Μαρτίου
Όταν
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
 
Στους πόλους της
πλέουν – καθάριο φως –
δυο εκκλησίες
ισορροπώντας μέ,
ολοζώντανο ναυάγιο,
καταμεσής
του πελαγίσιου μου βαράθρου.
 
Με μάτια σπασμένους φεγγίτες
κρατώ καλά κρυμμένη
από τους τολμηρούς που αγγίξανε
το σώμα μου
την έξοδο του ήλιου απ’ την αφή μου.
 
Σου είχα γράψει επιστολές γι’ αυτό:
ήταν επόμενο να υποκλιθώ στην άνοιξη πριν την κατασπαράξω. Δεν ήθελα
να κατασπαράξω την άνοιξη, ήθελα απλά να σταματήσω την καρδιά μου.
Την τρύπησα με αγκάθια αχινών· την τύλιξα με πράσινα φύκια· την πλάκωσα
ισχαιμική με πολύχρωμα βότσαλα και λειασμένα από τη θάλασσα γυαλιά·
 
Δεν έλεγε να πάψει εντός της να ηχεί
το κιθαριστικό σόλο
που ‘χα λιώσει το μυαλό μου
να ξεχάσω.
 
Και να ‘μαι πάλι εδώ:
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
 
Αυτή η πόλη που αγαπώ
με καταβρέχει με το ίδιο μου το αίμα –
οι φανοστάτες της κλωστές
που ορίζουν τα καχεκτικά μου μέλη,
οι πεπαλαιωμένες της οικοδομές
στοιχεία σκηνογραφικά
αίρουν στη ρότα των χελιδονιών
τον θάνατο της διαφυγής μου.

                                                      photo: Christos Kartas


16/04/2026

Η Μουσική Της Νύχτας 1

You alone can make my song take flight
Help me make the music of the night
 
“The Music of the Night”, Andrew Lloyd Webber, Charles Hart, Richard Stilgoe 1986
 
Ψιθυρίζω ένα συγκεκριμένο τραγούδι στις μοναχικές αεροπορικές
επιστροφές μου·
το τραγούδι που σώπασε στ’ αυτιά μου τις βροντές μιας καταιγίδας
που δεν σ’ έβρεξε ποτέ.
Οι στίχοι του, σκεπασμένοι ως το κεφάλι με τη νύστα μου, βαθαίνουν
το σκοτάδι της βοής των κινητήρων.
Πριν αποκοιμηθώ, σ’ ακούω ν’ αναπνέεις βαθιά
μα δεν,
            δεν δύνασαι να κρατηθείς στην επιφάνεια των αξημέρωτων
σταγόνων τ’ ουρανού μου.
Πάει καιρός που έχεις ξεδιψάσει με το αίμα μου πάνω σε τάφους
ποιητών.
Τρέμω πως ξεψυχάς
μα δεν,
            δεν σταματώ να κάνω ότι κοιμάμαι.
 
Ψιθυρίζω μια συγκεκριμένη προσευχή για τις μικρές ηρωικές
χειρονομίες σου·
ένα καμουφλαρισμένο σ’ αγαπάω που ψυχραίνει περισσότερο
το χιόνι μιας Χριστουγεννιάτικης βιτρίνας.
Τι όμορφα που έλαμπαν σαν το Σπαθί του Ωρίωνα οι κάτασπρες
νιφάδες στα μαλλιά σου!
Ήταν πολύ αργά να μη βραχείς απ’ του θανάτου μου
τις ωκεάνιες αλυσίδες.
Είχα χρόνια να κλάψω τόσο σπαραχτικά·
κι η πλάτη μου το υπέδαφος της Όπερας Garnier, που μέσα του
λασπώνουν οι αξημέρωτες σταγόνες τ’ ουρανού σου.
Τι όμορφα που πάφλασε σαν διασκευή για πιάνο
στο νερό των λαβυρίνθων μου ο όλεθρος του έρωτα!
«Ο Έρικ είναι νεκρός», θα πεις στην τοπική εφημερίδα
μα δεν,
            δεν σταματώ να κάνω ότι κοιμάμαι.
 
1: Αναφορά στο Φάντασμα της Όπερας, Gaston Leroux 1910


                                                                  photo: Brassai (Gyula Halasz)



08/04/2026

Θυσία

Ξάπλωσα να ξεκουραστώ
στις κορυφές των πλοκαμιών
μίας θαλάσσιας ανεμώνης·
η ψυχρολουστική μου αγκαλιά
παράκτιο κάστρο
τρεμοφέγγει κάτω απ’ το σεντόνι
της παλίρροιας.
 
Τι αιματοχυσία
ο περασμένος Αύγουστός μου!
 
Στην συντριβή μου
από την πλώρη της ανατολής
δεν βρίσκω πλέον χέρια
να αγγίξω τα μαλλιά σου
και η φωνή σου άναυδη πληγή
σκορπίζεται ενάγισμα
στα βότσαλα μιας κάτασπρης αγάπης.


                                            photo: Christos Kartas



04/04/2026

Όταν Οι Λεύκες Γδύθηκαν Τα Φύλλα Τους

                                                                                                                                                            Μνήμη Ευάγγελου Μπάρμπα

σαν κουτό τραγούδι νιώθω την Άνοιξη στα πιο πικρά δευτερόλεπτα

κι όταν το δάκρυ λυγά στην άκρη του ματιού

και μέσα του σπιθίζει τ’ όνειρο μόνος που είμαι…

 

Νίκος Καρούζος, Μετέωρος Ή Τα Σώματα Στη Ζούγκλα

 

Εσείς λεύκες της παραλιακής λεωφόρου, που κάθε καλοκαίρι μ’ εξοντώνουν

οι αποστάσεις της

εσείς φώτα των οχημάτων, που χαράζετε μ’ ανθρώπινους ανέμους

το σκούρο μπλε του δειλινού

εσείς εργαζόμενοι της θάλασσας, που η δίψα της είναι άσβεστη

κατόπιν της βροχής

απόψε γίνεστε για ακόμα μια φορά η επιστροφή του ταξιδιώτη

με τα γένια, ακροπατώντας τη σκιά μου.

 

Δεν είναι ότι χάθηκα –

μα απορώ τι θα θυμούνται τα πεσμένα φύλλα των λευκών

από τα πόδια μου

καθώς βαδίζω προς τον ύπνο του ονείρου

 

Όταν τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη ζωή μου σαν ταινία

μες σε φωτογραφίες βραδινών διαδρομών.

Είναι και το ασπρόμαυρο μια μέθοδος ν’ αρχίσω να μιλώ για ιστορίες

με ανθρώπους που συσκότισε ο αποχωρισμός·

για μάτια σφαλιστά που κλείσαν μέσα τους όσα δεν λέγονται

απ’ τα κοχύλια που κρατήσαν για ενθύμια οι εργαζόμενοι της θάλασσας·

 

Πατώ τα ερειπωμένα φύλλα των λευκών καθώς βαδίζω στη διαφάνεια

των μυστικών πληγών μου.

Γίνομαι πάλι ο αυτουργός της συντριβής τους, τώρα που σκόπιμα

αποφεύγω κάθε οδό κοντά στη θάλασσα

κρατάω την ανάσα μου για να με βλέπετε κι εσείς μετέωρο ανάμεσα

στις μυστικές πληγές μου, εκεί που τα βυζαντινά μνημεία

ανατέλλουν σφάζοντας το ηλεκτρικό τους φως.

 

Δεν είναι ότι χάθηκα –

μα η σκιά μου μένει δίχως οξυγόνο

ακροπατώντας σώματα

που πλέον δεν μου ανήκουν

 

Όταν τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη σιωπή μου με διαλείμματα

ζωής, σαν να ‘τανε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Το μόνο σώμα που μου απέμεινε – τοπίο της – έρημο πάρκο μες στην

πάντερπνη σιωπή των μεταμεσονύκτιων ωρών.

Οι λεύκες γύρω του γδυθήκανε τα φύλλα τους· τα παγωμένα τους κλαδιά

βελόνες που αναφλέγονται στις φλέβες μου, σκάβοντας άοκνα

τη μη επιστροφή του ταξιδιώτη με τα γένια.   


                                            photo: Christos Kartas



29/03/2026

Αρπακτική Πληγή

Ήρθες απόψε θάνατέ μου, σαν ιδρυματοποίηση σε παραμύθι ενηλίκων·
Η πρωτεϊκή μορφή σου με κατέβαλε ακίνητο, κάτω απ’ τη σκέπη
της λευκής στεγνής μου θάλασσας, να καθρεφτίζομαι σε τζάμια
πολυδαίδαλης δομής.
Οι ωκεάνιές σου αλυσίδες κροταλίσαν καταβρέχοντας τα όνειρα,
που υπνοβάτης έγραψε στο πάτωμα το αποστειρωμένο φως.
Έμεινα να πατώ πάνω στα όνειρα, να ζυγιστεί η ορυκτή φωτιά που αναβλύζει
απ’ τ’ οπτικό μου χίασμα.
Έφεξα μες στο στήθος σου αρπακτική πληγή που αρρωσταίνει τη μεμβράνη
της αλήθειας μας.
 
Κάτω απ’ τη σκέπη της λευκής στεγνής μου θάλασσας
η αγκαλιά μου
δεν ήταν παρά η μνήμη ενός βότσαλου
αμέσως πριν τον παφλασμό
 
Εντός της ανάστασης των φαντασμάτων μου:
 
Η πλώρη
της
ανατολής
 
Με πήρες απόψε απ’ το χέρι θάνατέ μου και γίναμε παρέα η υπερπόντια
κραυγή που αποτυγχάνει στο αέναο να σώσει τα αφρόψαρα
απ’ τους γλάρους.
Η ανθρώπινα αδύναμη μορφή μου σε κατέβαλε αδιάφορο, πάνω απ’ τον θόλο
του υγρού ερέβινου ουρανού σου, να κοροϊδεύεις το φαρμάκι
της αράχνης μου.
Ανάμεσα στο πάτωμα και το αποστειρωμένο φως, το μέτωπό μου είχε
άριστες σχέσεις με τον καύσωνα.
Έμεινα να πατώ πάνω στα όνειρα, φλεγόμενο θηρίο που δεν το άντεξε
η πείνα του.
Έφεξες μες στο στήθος μου διαρροή πραγματικότητας να γίνω αποκεφαλιστής
συναισθημάτων σε αδιάκοπο οργασμό.
 
Κάτω απ’ τη σκέπη της λευκής στεγνής μου θάλασσας
η αγκαλιά μου
δεν ήταν παρά η μνήμη ενός φόβου
πριν της υπέρβασής του τον ηδονικό τραυματισμό
 
Εντός της ανάφλεξης των χαλασμάτων μου:
 
Η πλώρη
της
ανατολής

photo: Gundula Blumi