επιστροφές μου·
το τραγούδι που σώπασε στ’ αυτιά μου τις βροντές μιας καταιγίδας
που δεν σ’ έβρεξε ποτέ.
Οι στίχοι του, σκεπασμένοι ως το κεφάλι με τη νύστα μου, βαθαίνουν
το σκοτάδι της βοής των κινητήρων.
Πριν αποκοιμηθώ, σ’ ακούω ν’ αναπνέεις βαθιά
μα δεν, δεν δύνασαι να κρατηθείς στην επιφάνεια των αξημέρωτων
σταγόνων τ’ ουρανού μου.
Πάει καιρός που έχεις ξεδιψάσει με το αίμα μου πάνω σε τάφους
ποιητών.
Τρέμω πως ξεψυχάς
μα δεν, δεν σταματώ να κάνω ότι κοιμάμαι.
χειρονομίες σου·
ένα καμουφλαρισμένο σ’ αγαπάω που ψυχραίνει περισσότερο
το χιόνι μιας Χριστουγεννιάτικης βιτρίνας.
Τι όμορφα που έλαμπαν σαν το Σπαθί του Ωρίωνα οι κάτασπρες
νιφάδες στα μαλλιά σου!
Ήταν πολύ αργά να μη βραχείς απ’ του θανάτου μου
τις ωκεάνιες αλυσίδες.
Είχα χρόνια να κλάψω τόσο σπαραχτικά·
κι η πλάτη μου το υπέδαφος της Όπερας Garnier, που μέσα του
λασπώνουν οι αξημέρωτες σταγόνες τ’ ουρανού σου.
Τι όμορφα που πάφλασε σαν διασκευή για πιάνο
στο νερό των λαβυρίνθων μου ο όλεθρος του έρωτα!
«Ο Έρικ είναι νεκρός», θα πεις στην τοπική εφημερίδα
μα δεν, δεν σταματώ να κάνω ότι κοιμάμαι.
photo: Brassai (Gyula Halasz)




