πάντοτε φεύγω από τη θάλασσα·
του Μαρτίου
Όταν
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
πλέουν – καθάριο φως –
δυο εκκλησίες
ισορροπώντας μέ,
ολοζώντανο ναυάγιο,
καταμεσής
του πελαγίσιου μου βαράθρου.
κρατώ καλά κρυμμένη
από τους τολμηρούς που αγγίξανε
το σώμα μου
την έξοδο του ήλιου απ’ την αφή μου.
ήταν επόμενο να υποκλιθώ στην άνοιξη πριν την κατασπαράξω. Δεν ήθελα
να κατασπαράξω την άνοιξη, ήθελα απλά να σταματήσω την καρδιά μου.
Την τρύπησα με αγκάθια αχινών· την τύλιξα με πράσινα φύκια· την πλάκωσα
ισχαιμική με πολύχρωμα βότσαλα και λειασμένα από τη θάλασσα γυαλιά·
το κιθαριστικό σόλο
που ‘χα λιώσει το μυαλό μου
να ξεχάσω.
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
με καταβρέχει με το ίδιο μου το αίμα –
οι φανοστάτες της κλωστές
που ορίζουν τα καχεκτικά μου μέλη,
οι πεπαλαιωμένες της οικοδομές
στοιχεία σκηνογραφικά
αίρουν στη ρότα των χελιδονιών
τον θάνατο της διαφυγής μου.




