10/08/2026

Αυτοτραυματισμός Με Φωτιά

Την εποχή
που το κιθαριστικό ξέσπασμα του Purple Rain1
κατέσφαξε επάνω μου τη θάλασσα,
συνέχισα ψυχαναγκαστικά ν’ ακολουθώ
–πριν την αφύπνιση των άστρων–
την ίδια διαδρομή:
 
Σταθμός του μετρό Σιντριβάνι
Ροτόντα
Άγιος Παντελεήμων
Οδός Στρατηγού Μακρυγιάννη
Αχειροποίητος
 
Μια διαδρομή κατάστικτη
από δέρματα ληγμένων φράσεων υποστήριξης
που ρέοντας ανείπωτα
σε καγκελόπορτες κλειστών ναών
βαθαίναν παραπάνω τον αέρα.
 
Πλημμυρισμένη φως πρωτόγονο
και μυρωδιά λιωμένου κρέατος
αυτή, η αόρατή μου άνοιξη –
με χέρια ολόσωμα φυτίλια νεκροκάντηλων
έφεξα το γαλάζιο σκοτάδι
που τελετουργικά ηχογραφούσε
την ασυστολία μου,
γκρεμίζοντας φωλιές περιστεριών.
 
Εκεί, έμεινα παρατηρητής
υπόγειων βλεμμάτων και χαδιών
που φτερουγίζοντας, ζωντάνευαν ταυτόχρονα
όλες τις προτομές της πόλης,
για να επέμβουνε λαθραία
στο ιατρικό μου ιστορικό:
 
Αυτοτραυματισμός με φωτιά
 
                
 
Σε προγενέστερη περίοδο,
ανεβαίνοντας τις σκάλες
του κινηματογράφου Ολύμπιον
προς το Δωμάτιο Με Θέα,
ρώτησα συνωμοτικά τους θεατές
αν τους φοβίζει
που η πιο παράλογη εξήγηση
μπορεί να περιέχει δόση αλήθειας:
 
Ο Teddy είχε δίκιο πως η Michelle δεν είναι αυτό που φαίνεται
και η Michelle είχε δίκιο πως η ανθρωπότητα απέτυχε και δεν
χρωστά κανείς την επιβίωσή της2.
 
Όταν έφτασα στο Δωμάτιο Με Θέα
είχα εντελώς αποκοπεί από το σώμα μου.
Κάθισα σε τραπέζι δίπλα στο παράθυρο
την ώρα που η βροχή μαστίγωνε
σαν οπισθότονος τα φώτα της Αριστοτέλους.
 
                
 
Αν κάτι έμεινε από αίσθηση αφής
στα απονεκρωμένα μου άνω άκρα
είναι οι αντικατοπτρισμοί
σ’ εκείνο το παράθυρο
–σαν άγνωστης ταυτότητας
ιπτάμενα αντικείμενα στον ουρανό
μιας αποσχιστικής μου εμπειρίας–
 
…………………………………………….
 
Δεν ξέρω το λόγο,
μα είμαι βέβαιος πως ορισμένοι άνθρωποι
πάντα θα τραγουδούν σε χώρους εργασίας
κι εγώ παραφυλώντας τη φωνή τους
θ’ αρρωσταίνω υπαρξιακά.
 
Ελάχιστες φορές
ένιωσα ασφάλεια γύρω από
άτομα με καλλιτεχνικές ανησυχίες·
 
Ακόμα λιγότερες
όταν εγώ χειρίστηκα τις λέξεις.
 
Όταν –λιωμένος ουρανός–
σταλάζει η όψη μου εκεί που βιάζονται
της περιφερειακής σας όρασης
τα πλάνα,
επιθυμώ να με σιχαίνεστε.
 
1: Πρόκειται για αναφορά στο τραγούδι Purple Rain του Prince, από τον ομώνυμο δίσκο (1984).
2: Πρόκειται για αναφορά στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας Bugonia (2025) σε σκηνοθεσία του Γιώργου Λάνθιμου. 


                                                      photo: Christos Kartas



12/05/2026

Οδός Στρατηγού Μακρυγιάννη

Δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα σκοινί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι
 
Μίλτος Σαχτούρης, Το Ταξίδι
 
Όποτε σκέφτομαι ότι φεύγω
πάντοτε φεύγω από τη θάλασσα·
 
Ακόμα και τα πρώτα βράδια
του Μαρτίου
Όταν
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
 
Στους πόλους της
πλέουν – καθάριο φως –
δυο εκκλησίες
ισορροπώντας μέ,
ολοζώντανο ναυάγιο,
καταμεσής
του πελαγίσιου μου βαράθρου.
 
Με μάτια σπασμένους φεγγίτες
κρατώ καλά κρυμμένη
από τους τολμηρούς που αγγίξανε
το σώμα μου
την έξοδο του ήλιου απ’ την αφή μου.
 
Σου είχα γράψει επιστολές γι’ αυτό:
ήταν επόμενο να υποκλιθώ στην άνοιξη πριν την κατασπαράξω. Δεν ήθελα
να κατασπαράξω την άνοιξη, ήθελα απλά να σταματήσω την καρδιά μου.
Την τρύπησα με αγκάθια αχινών· την τύλιξα με πράσινα φύκια· την πλάκωσα
ισχαιμική με πολύχρωμα βότσαλα και λειασμένα από τη θάλασσα γυαλιά·
 
Δεν έλεγε να πάψει εντός της να ηχεί
το κιθαριστικό σόλο
που ‘χα λιώσει το μυαλό μου
να ξεχάσω.
 
Και να ‘μαι πάλι εδώ:
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
 
Αυτή η πόλη που αγαπώ
με καταβρέχει με το ίδιο μου το αίμα –
οι φανοστάτες της κλωστές
που ορίζουν τα καχεκτικά μου μέλη,
οι πεπαλαιωμένες της οικοδομές
στοιχεία σκηνογραφικά
αίρουν στη ρότα των χελιδονιών
τον θάνατο της διαφυγής μου.

                                                      photo: Christos Kartas


08/04/2026

Θυσία

Ξάπλωσα να ξεκουραστώ
στις κορυφές των πλοκαμιών
μίας θαλάσσιας ανεμώνης·
η ψυχρολουστική μου αγκαλιά
παράκτιο κάστρο
τρεμοφέγγει κάτω απ’ το σεντόνι
της παλίρροιας.
 
Τι αιματοχυσία
ο περασμένος Αύγουστός μου!
 
Στην συντριβή μου
από την πλώρη της ανατολής
δεν βρίσκω πλέον χέρια
να αγγίξω τα μαλλιά σου
και η φωνή σου άναυδη πληγή
σκορπίζεται ενάγισμα
στα βότσαλα μιας κάτασπρης αγάπης.


                                            photo: Christos Kartas



04/04/2026

Όταν Οι Λεύκες Γδύθηκαν Τα Φύλλα Τους

                                                                                                                                                            Μνήμη Ευάγγελου Μπάρμπα

σαν κουτό τραγούδι νιώθω την Άνοιξη στα πιο πικρά δευτερόλεπτα

κι όταν το δάκρυ λυγά στην άκρη του ματιού

και μέσα του σπιθίζει τ’ όνειρο μόνος που είμαι…

 

Νίκος Καρούζος, Μετέωρος Ή Τα Σώματα Στη Ζούγκλα

 

Εσείς λεύκες της παραλιακής λεωφόρου, που κάθε καλοκαίρι μ’ εξοντώνουν

οι αποστάσεις της

εσείς φώτα των οχημάτων, που χαράζετε μ’ ανθρώπινους ανέμους

το σκούρο μπλε του δειλινού

εσείς εργαζόμενοι της θάλασσας, που η δίψα της είναι άσβεστη

κατόπιν της βροχής

απόψε γίνεστε για ακόμα μια φορά η επιστροφή του ταξιδιώτη

με τα γένια, ακροπατώντας τη σκιά μου.

 

Δεν είναι ότι χάθηκα –

μα απορώ τι θα θυμούνται τα πεσμένα φύλλα των λευκών

από τα πόδια μου

καθώς βαδίζω προς τον ύπνο του ονείρου

 

Όταν τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη ζωή μου σαν ταινία

μες σε φωτογραφίες βραδινών διαδρομών.

Είναι και το ασπρόμαυρο μια μέθοδος ν’ αρχίσω να μιλώ για ιστορίες

με ανθρώπους που συσκότισε ο αποχωρισμός·

για μάτια σφαλιστά που κλείσαν μέσα τους όσα δεν λέγονται

απ’ τα κοχύλια που κρατήσαν για ενθύμια οι εργαζόμενοι της θάλασσας·

 

Πατώ τα ερειπωμένα φύλλα των λευκών καθώς βαδίζω στη διαφάνεια

των μυστικών πληγών μου.

Γίνομαι πάλι ο αυτουργός της συντριβής τους, τώρα που σκόπιμα

αποφεύγω κάθε οδό κοντά στη θάλασσα

κρατάω την ανάσα μου για να με βλέπετε κι εσείς μετέωρο ανάμεσα

στις μυστικές πληγές μου, εκεί που τα βυζαντινά μνημεία

ανατέλλουν σφάζοντας το ηλεκτρικό τους φως.

 

Δεν είναι ότι χάθηκα –

μα η σκιά μου μένει δίχως οξυγόνο

ακροπατώντας σώματα

που πλέον δεν μου ανήκουν

 

Όταν τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη σιωπή μου με διαλείμματα

ζωής, σαν να ‘τανε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Το μόνο σώμα που μου απέμεινε – τοπίο της – έρημο πάρκο μες στην

πάντερπνη σιωπή των μεταμεσονύκτιων ωρών.

Οι λεύκες γύρω του γδυθήκανε τα φύλλα τους· τα παγωμένα τους κλαδιά

βελόνες που αναφλέγονται στις φλέβες μου, σκάβοντας άοκνα

τη μη επιστροφή του ταξιδιώτη με τα γένια.   


                                            photo: Christos Kartas