Μνήμη Ευάγγελου Μπάρμπα
σαν
κουτό τραγούδι νιώθω την Άνοιξη στα πιο πικρά δευτερόλεπτα
κι όταν
το δάκρυ λυγά στην άκρη του ματιού
και μέσα
του σπιθίζει τ’ όνειρο μόνος που είμαι…
Νίκος
Καρούζος, Μετέωρος Ή Τα Σώματα Στη Ζούγκλα
Εσείς
λεύκες της παραλιακής λεωφόρου, που κάθε καλοκαίρι μ’ εξοντώνουν
οι
αποστάσεις της
εσείς
φώτα των οχημάτων, που χαράζετε μ’ ανθρώπινους ανέμους
το
σκούρο μπλε του δειλινού
εσείς
εργαζόμενοι της θάλασσας, που η δίψα της είναι άσβεστη
κατόπιν
της βροχής
απόψε
γίνεστε για ακόμα μια φορά η επιστροφή του ταξιδιώτη
με τα
γένια, ακροπατώντας τη σκιά μου.
Δεν είναι ότι χάθηκα –
μα απορώ τι θα θυμούνται τα πεσμένα φύλλα των λευκών
από τα πόδια μου
καθώς βαδίζω προς τον ύπνο του ονείρου
Όταν
τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη ζωή μου σαν ταινία
μες σε
φωτογραφίες βραδινών διαδρομών.
Είναι
και το ασπρόμαυρο μια μέθοδος ν’ αρχίσω να μιλώ για ιστορίες
με
ανθρώπους που συσκότισε ο αποχωρισμός·
για μάτια σφαλιστά που κλείσαν
μέσα τους όσα δεν λέγονται
απ’ τα κοχύλια που κρατήσαν για
ενθύμια οι εργαζόμενοι της θάλασσας·
Πατώ τα ερειπωμένα φύλλα των
λευκών καθώς βαδίζω στη διαφάνεια
των μυστικών πληγών μου.
Γίνομαι πάλι ο αυτουργός της
συντριβής τους, τώρα που σκόπιμα
αποφεύγω κάθε οδό κοντά στη
θάλασσα
κρατάω την ανάσα μου για να με
βλέπετε κι εσείς μετέωρο ανάμεσα
στις μυστικές πληγές μου, εκεί
που τα βυζαντινά μνημεία
ανατέλλουν σφάζοντας το
ηλεκτρικό τους φως.
Δεν
είναι ότι χάθηκα –
μα
η σκιά μου μένει δίχως οξυγόνο
ακροπατώντας
σώματα
που
πλέον δεν μου ανήκουν
Όταν τελειώνει το φθινόπωρο,
υποτιτλίζω τη σιωπή μου με διαλείμματα
ζωής, σαν να ‘τανε ασπρόμαυρη
φωτογραφία.
Το μόνο σώμα που μου απέμεινε –
τοπίο της – έρημο πάρκο μες στην
πάντερπνη σιωπή των
μεταμεσονύκτιων ωρών.
Οι λεύκες γύρω του γδυθήκανε τα
φύλλα τους· τα παγωμένα τους κλαδιά
βελόνες που αναφλέγονται στις
φλέβες μου, σκάβοντας άοκνα
τη μη επιστροφή του ταξιδιώτη με
τα γένια.
photo: Christos Kartas