16/04/2026

Η Μουσική Της Νύχτας 1

You alone can make my song take flight
Help me make the music of the night
 
“The Music of the Night”, Andrew Lloyd Webber, Charles Hart, Richard Stilgoe 1986
 
Ψιθυρίζω ένα συγκεκριμένο τραγούδι στις μοναχικές αεροπορικές
επιστροφές μου·
το τραγούδι που σώπασε στ’ αυτιά μου τις βροντές μιας καταιγίδας
που δεν σ’ έβρεξε ποτέ.
Οι στίχοι του, σκεπασμένοι ως το κεφάλι με τη νύστα μου, βαθαίνουν
το σκοτάδι της βοής των κινητήρων.
Πριν αποκοιμηθώ, σ’ ακούω ν’ αναπνέεις βαθιά
μα δεν,
            δεν δύνασαι να κρατηθείς στην επιφάνεια των αξημέρωτων
σταγόνων τ’ ουρανού μου.
Πάει καιρός που έχεις ξεδιψάσει με το αίμα μου πάνω σε τάφους
ποιητών.
Τρέμω πως ξεψυχάς
μα δεν,
            δεν σταματώ να κάνω ότι κοιμάμαι.
 
Ψιθυρίζω μια συγκεκριμένη προσευχή για τις μικρές ηρωικές
χειρονομίες σου·
ένα καμουφλαρισμένο σ’ αγαπάω που ψυχραίνει περισσότερο
το χιόνι μιας Χριστουγεννιάτικης βιτρίνας.
Τι όμορφα που έλαμπαν σαν το Σπαθί του Ωρίωνα οι κάτασπρες
νιφάδες στα μαλλιά σου!
Ήταν πολύ αργά να μη βραχείς απ’ του θανάτου μου
τις ωκεάνιες αλυσίδες.
Είχα χρόνια να κλάψω τόσο σπαραχτικά·
κι η πλάτη μου το υπέδαφος της Όπερας Garnier, που μέσα του
λασπώνουν οι αξημέρωτες σταγόνες τ’ ουρανού σου.
Τι όμορφα που πάφλασε σαν διασκευή για πιάνο
στο νερό των λαβυρίνθων μου ο όλεθρος του έρωτα!
«Ο Έρικ είναι νεκρός», θα πεις στην τοπική εφημερίδα
μα δεν,
            δεν σταματώ να κάνω ότι κοιμάμαι.
 
1: Αναφορά στο Φάντασμα της Όπερας, Gaston Leroux 1910


                                                                  photo: Brassai (Gyula Halasz)



08/04/2026

Θυσία

Ξάπλωσα να ξεκουραστώ
στις κορυφές των πλοκαμιών
μίας θαλάσσιας ανεμώνης·
η ψυχρολουστική μου αγκαλιά
παράκτιο κάστρο
τρεμοφέγγει κάτω απ’ το σεντόνι
της παλίρροιας.
 
Τι αιματοχυσία
ο περασμένος Αύγουστός μου!
 
Στην συντριβή μου
από την πλώρη της ανατολής
δεν βρίσκω πλέον χέρια
να αγγίξω τα μαλλιά σου
και η φωνή σου άναυδη πληγή
σκορπίζεται ενάγισμα
στα βότσαλα μιας κάτασπρης αγάπης.


                                            photo: Christos Kartas



04/04/2026

Όταν Οι Λεύκες Γδύθηκαν Τα Φύλλα Τους

                                                                                                                                                            Μνήμη Ευάγγελου Μπάρμπα

σαν κουτό τραγούδι νιώθω την Άνοιξη στα πιο πικρά δευτερόλεπτα

κι όταν το δάκρυ λυγά στην άκρη του ματιού

και μέσα του σπιθίζει τ’ όνειρο μόνος που είμαι…

 

Νίκος Καρούζος, Μετέωρος Ή Τα Σώματα Στη Ζούγκλα

 

Εσείς λεύκες της παραλιακής λεωφόρου, που κάθε καλοκαίρι μ’ εξοντώνουν

οι αποστάσεις της

εσείς φώτα των οχημάτων, που χαράζετε μ’ ανθρώπινους ανέμους

το σκούρο μπλε του δειλινού

εσείς εργαζόμενοι της θάλασσας, που η δίψα της είναι άσβεστη

κατόπιν της βροχής

απόψε γίνεστε για ακόμα μια φορά η επιστροφή του ταξιδιώτη

με τα γένια, ακροπατώντας τη σκιά μου.

 

Δεν είναι ότι χάθηκα –

μα απορώ τι θα θυμούνται τα πεσμένα φύλλα των λευκών

από τα πόδια μου

καθώς βαδίζω προς τον ύπνο του ονείρου

 

Όταν τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη ζωή μου σαν ταινία

μες σε φωτογραφίες βραδινών διαδρομών.

Είναι και το ασπρόμαυρο μια μέθοδος ν’ αρχίσω να μιλώ για ιστορίες

με ανθρώπους που συσκότισε ο αποχωρισμός·

για μάτια σφαλιστά που κλείσαν μέσα τους όσα δεν λέγονται

απ’ τα κοχύλια που κρατήσαν για ενθύμια οι εργαζόμενοι της θάλασσας·

 

Πατώ τα ερειπωμένα φύλλα των λευκών καθώς βαδίζω στη διαφάνεια

των μυστικών πληγών μου.

Γίνομαι πάλι ο αυτουργός της συντριβής τους, τώρα που σκόπιμα

αποφεύγω κάθε οδό κοντά στη θάλασσα

κρατάω την ανάσα μου για να με βλέπετε κι εσείς μετέωρο ανάμεσα

στις μυστικές πληγές μου, εκεί που τα βυζαντινά μνημεία

ανατέλλουν σφάζοντας το ηλεκτρικό τους φως.

 

Δεν είναι ότι χάθηκα –

μα η σκιά μου μένει δίχως οξυγόνο

ακροπατώντας σώματα

που πλέον δεν μου ανήκουν

 

Όταν τελειώνει το φθινόπωρο, υποτιτλίζω τη σιωπή μου με διαλείμματα

ζωής, σαν να ‘τανε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Το μόνο σώμα που μου απέμεινε – τοπίο της – έρημο πάρκο μες στην

πάντερπνη σιωπή των μεταμεσονύκτιων ωρών.

Οι λεύκες γύρω του γδυθήκανε τα φύλλα τους· τα παγωμένα τους κλαδιά

βελόνες που αναφλέγονται στις φλέβες μου, σκάβοντας άοκνα

τη μη επιστροφή του ταξιδιώτη με τα γένια.   


                                            photo: Christos Kartas