θρύψαλα σκοτεινών φινιστρινιών
που αν με σκεπάσουν
θα με σφάξουνε στο κρύο.
θρύψαλα λαβωμένων χαραμάτων
που αν με μια ανάσα τα ζεστάνω
ο ουρανός θα γίνει κρεματόριο.
Όταν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια
θα γίνω
μια μεσίστια τρικυμία
να
ψιχαλίσει μες στον ύπνο σου αλάτι.
αφήνω τα
παράσημα του θέρους
να μας
τυφλώνουν
με τον
σπασμένο πολυέλαιο
της
Όπερας Garnier
και με
ενορχηστρώσεις
που στο
πιάνο δεν γνωρίζω να ερμηνεύω.
που όταν
πνίγομαι στους ίδιους μου τους μύες,
με
τσακίζουν στη σιωπή.
Πες μου,
ποιός θα σε σώσει στην Αθήνα
από το Φάντασμα της Όπερας;
photo: Brassai (Gyula Halasz)
Και να ‘σαι πάλι όρθια, μ’ όλο το βάρος του Αττικού ουρανού
στην
πλάτη, ζυγίζοντας το λυκαυγές του φθινοπώρου.
εκπληρωμένης
προσευχής που καταπράυνε τη βιοχημική ορχήστρα
του
εγκεφάλου μου.
το
λήθαργο της φωταγωγημένης μας απόστασης.
ενός
βότσαλου αμέσως πριν τον παφλασμό. Ό,τι μπορεί
να
ξαναπάρει φως1 πάντα θα ερωτοτροπεί με μια αποτρόπαια
καταβύθιση.
photo: Gundula Blumi