Και να ‘σαι πάλι όρθια, μ’ όλο το βάρος του Αττικού ουρανού
στην
πλάτη, ζυγίζοντας το λυκαυγές του φθινοπώρου.
εκπληρωμένης
προσευχής που καταπράυνε τη βιοχημική ορχήστρα
του
εγκεφάλου μου.
το
λήθαργο της φωταγωγημένης μας απόστασης.
ενός
βότσαλου αμέσως πριν τον παφλασμό. Ό,τι μπορεί
να
ξαναπάρει φως1 πάντα θα ερωτοτροπεί με μια αποτρόπαια
καταβύθιση.
Α, η ερωτοτροπία!
που συνεχίζει τα ταξίδια απαράλλαχτη καβάλα σ’ ουρανούς ισχαιμικούς.
Α, η καταβύθισή της!
ομορφιά του σφυροκέφαλου, που έβαψε τα κύματα των τύψεων επιζώντα.
ν’ αγγίξω ως τον βυθό της έκλειψής τους. Το σώμα μου, έν’ απόλυτο
σκοτάδι, κάτω απ’ την άγρυπνη ματιά του Αλδεβαράν, καραδοκεί τη σκόνη
απ’ τη ρωγμή της φωταγωγημένης μας απόστασης.
ενός φόβου πριν της υπέρβασής του τον ηδονικό τραυματισμό.
Πίσω απ’ την ανάφλεξη των χαλασμάτων μου:
Η πλώρη της ανατολής.
photo: Gundula Blumi

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.