θρύψαλα σκοτεινών φινιστρινιών
που αν με σκεπάσουν
θα με σφάξουνε στο κρύο.
θρύψαλα λαβωμένων χαραμάτων
που αν με μια ανάσα τα ζεστάνω
ο ουρανός θα γίνει κρεματόριο.
Χρήστος Κάρτας, Λογοτεχνία
Όταν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια
θα γίνω
μια μεσίστια τρικυμία
να
ψιχαλίσει μες στον ύπνο σου αλάτι.
αφήνω τα
παράσημα του θέρους
να μας
τυφλώνουν
με τον
σπασμένο πολυέλαιο
της
Όπερας Garnier
και με
ενορχηστρώσεις
που στο
πιάνο δεν γνωρίζω να ερμηνεύω.
που όταν
πνίγομαι στους ίδιους μου τους μύες,
με
τσακίζουν στη σιωπή.
Πες μου,
ποιός θα σε σώσει στην Αθήνα
από το Φάντασμα της Όπερας;
photo: Brassai (Gyula Halasz)
Και να ‘σαι πάλι όρθια, μ’ όλο το βάρος του Αττικού ουρανού
στην
πλάτη, ζυγίζοντας το λυκαυγές του φθινοπώρου.
εκπληρωμένης
προσευχής που καταπράυνε τη βιοχημική ορχήστρα
του
εγκεφάλου μου.
το
λήθαργο της φωταγωγημένης μας απόστασης.
ενός
βότσαλου αμέσως πριν τον παφλασμό. Ό,τι μπορεί
να
ξαναπάρει φως1 πάντα θα ερωτοτροπεί με μια αποτρόπαια
καταβύθιση.
photo: Gundula Blumi
Ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις εκεί που νοσταλγείς το
καλοκαίρι
μόνο απ’
τα μάτια σου να στάζουνε κοιτάσματα φυγής
όπως τα
σκούρα χρώματα αθέλητα στρωμένα σε κάποια παιδική μου ζωγραφιά
εκεί που
ο δρόμος κούρδισε τον αποχωρισμό
μόνο με
χείλη μισοφέγγαρες πληγές έχω φιλήσει το τραγούδι
που σου
άναβε την όραση
τις ώρες
που μια πόλη ναυαγούσε αθόρυβα στα ηλεκτρικά της φώτα
οι πόλεις όταν ναυαγούν δεν στέλνουν σήματα κινδύνου
η θάλασσα είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής
υπονομεύουν
την απόσταση ως την οριστική μου διαφυγή απ’ το ατύχημα
τι θα
θυμούνται τα αίματα από αυτή την διαδρομή
τι θα
εμπιστευτεί στον άνεμο η στάχτη που θα την παρασύρει ως τη λήθη
της
φωτιάς
από
ξερές πευκοβελόνες
η σήψη
της αναζητά πάνω στο δέρμα σου λίγη απ’ τη νυχτερινή δροσιά
μετά διστάζει
και αποτραβιέται στη σιωπή σαν μουσικός
που πέθανε
σε νέα ηλικία
σπατάλησα
κάθε δικαίωμα στη θάλασσα
που είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής
photo: Gundula Blumi
Στέκομαι διάτρητος απ’ τα θεμέλια του ποιήματος
το
βλέμμα μου είναι στάσιμο
και
κρύβεται στους διαμπερείς τραυματισμούς
οι
πελεκάνοι του αναθέτουν να ετοιμάσει την αποδημία
για τους
απογόνους
η ακτή
δεν νιώθει οίκτο για τους ζωντανούς
κύματα
με λευκές φωνές γλείφουν από τις φτέρνες μου
τους
ασπασμούς του αλατιού από τη ρότα που σκουριάζει
την
εξάντληση
παρατηρώ
επίμονα τα θραύσματα μιας αγκαλιάς που έγιναν νησιά
που
μίσησαν το σώμα τους τότε που πιάσανε λιμάνι
αναπηδάνε
οι κραυγές και στροβιλίζονται έξω και μέσα απ’ τα νερά
σαν
μαγικά δελφίνια που πυρπολούν το λυκαυγές
σαν
χορογράφοι του θανάτου των ερωτευμένων που αναπαύονται
στους
διαμπερείς τραυματισμούς
δεν έχει
άγκυρες η πλώρη της ανατολής
που
πασχίζει να διαβρώσει τα θεμέλια του ποιήματος
μέσα στα
ρείθρα του οργασμού της
photo: Gundula Blumi