24/11/2025

Βέβηλο Φιλί

Πεθύμησα ένα λιόγερμα στη θάλασσα, αδύνατο για να μνημονευτεί
από φωτογραφίες.
Δυο στόματα μισάνοιχτα πεθύμησα, να ρέει αδημονία για ένα ακόμα
βέβηλο φιλί επάνω στις σορούς μιας οικογένειας μαλακίων.
Κανείς μας πλέον δεν ξαπλώνει ανάσκελα στη θάλασσα. Πάει καιρός
που κάνουμε το σώμα μας κουρέλι, έρποντας πλάι σε βασιλικές κόμπρες.
Ποτέ δεν δηλητηριάστηκε κανένας εξαιτίας μας.
Μέσα στα μάτια μας, αιμορραγούνε τα παράθυρα περαστικών
αεροπλάνων.
 
Τι ακατάσχετη ροή ηλίου κάθε δάκρυ μας!
Πες μου, πώς να γλιτώσω απ’ τα δόντια τόσων αδέσποτων νεφών;
 
Τα μαύρα σου μαλλιά
θρύψαλα σκοτεινών φινιστρινιών
που αν με σκεπάσουν
θα με σφάξουνε στο κρύο.
 
Πεθύμησα μια ξαστεριά στη θάλασσα, σε μήνα που το κρύο θα ‘ναι
ο πιο αβάσιμος εφιάλτης.
Θαλάσσια ζωόφυτα πεθύμησα, που θα διαπραγματεύονται με τη φιάλη
οξυγόνου βουτηχτή για την ανάδυσή του.
Κανείς μας πλέον δεν ξαπλώνει ανάσκελα στη θάλασσα. Πάει καιρός
που των κυμάτων οι υλακές αστράψανε παράσημο σε χέρια
αργόπλοης παραθέρισης.
Ποτέ του δεν ναυάγησε κανένας από αργόπλοη παραθέριση.
Μέσα στα μάτια μας, το φως τηρεί ενός λεπτού σιγή για κάθε νόστο
που ‘γινε κυματοθραύστης.
 
Τι απόκρημνο φως κάθε αγκαλιά μας!
Πες μου, στα έργα ποιανού ζωγράφου να κρυφτώ πριν καταρρεύσει
πάνω μας το σαρκοφάγο κολαστήριο της αγάπης;
 
Τα κόκκινα σου χείλη
θρύψαλα λαβωμένων χαραμάτων
που αν με μια ανάσα τα ζεστάνω
ο ουρανός θα γίνει κρεματόριο.

photo: Gundula Blumi


24/09/2025

Φθινόπωρο

 

And in this labyrinth
Where night is blind
The Phantom of the Opera is here
Inside my mind
 
“The Phantom of the Opera”, Andrew Lloyd Webber, Charles Hart, Richard Stilgoe 1986

Όταν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια
θα γίνω μια μεσίστια τρικυμία
να ψιχαλίσει μες στον ύπνο σου αλάτι.
 
Θέλω να ξέρεις πως φοβάμαι όσο τίποτα τον θάνατο –
 
Όσο βαθαίνει το φθινόπωρο
αφήνω τα παράσημα του θέρους
να μας τυφλώνουν
με τον σπασμένο πολυέλαιο
της Όπερας Garnier
και με ενορχηστρώσεις
που στο πιάνο δεν γνωρίζω να ερμηνεύω.
 
Θέλω να ξέρεις πως το πιάνο μου δεν έχει πλήκτρα –
 
μόνο μηχανοκίνητα υποβρύχια ηφαίστεια,
που όταν πνίγομαι στους ίδιους μου τους μύες,
με τσακίζουν στη σιωπή.


Πες μου,
ποιός θα σε σώσει στην Αθήνα
από το Φάντασμα της Όπερας;


                                             photo: Brassai (Gyula Halasz)



22/09/2025

Διαρροή Πραγματικότητας

Και να ‘σαι πάλι όρθια, μ’ όλο το βάρος του Αττικού ουρανού
στην πλάτη, ζυγίζοντας το λυκαυγές του φθινοπώρου.
 
Μέσα σε τόσο σπαραγμό, το γέλιο σου, δεν είναι παρά η νεροσυρμή
εκπληρωμένης προσευχής που καταπράυνε τη βιοχημική ορχήστρα
του εγκεφάλου μου.
 
Και να ‘μαι πάλι όρθιος, στην πλάτη άστρων που ραγίζουνε
το λήθαργο της φωταγωγημένης μας απόστασης.
 
Μέσα σε τόση ξηρασία, η αγκαλιά μου, δεν είναι παρά η μνήμη
ενός βότσαλου αμέσως πριν τον παφλασμό. Ό,τι μπορεί
να ξαναπάρει φως1 πάντα θα ερωτοτροπεί με μια αποτρόπαια
καταβύθιση.
 

Α, η ερωτοτροπία!
 
Πόσο τη θαύμασα, λες κι ήταν βιοφωταύγεια μακρινού κελαϊδισμού
που συνεχίζει τα ταξίδια απαράλλαχτη καβάλα σ’ ουρανούς ισχαιμικούς.
 
Α, η καταβύθισή της!
 
Πόσο με τρόμαξε, λες κι ήταν το αίμα μου τ’ ανέραστο για την αλώβητη
ομορφιά του σφυροκέφαλου, που έβαψε τα κύματα των τύψεων επιζώντα.
 
Είμαι ένα σύνολο αυτοτιμωρούμενων νευρώνων και μου ‘ναι αδύνατο
ν’ αγγίξω ως τον βυθό της έκλειψής τους. Το σώμα μου, έν’ απόλυτο
σκοτάδι, κάτω απ’ την άγρυπνη ματιά του Αλδεβαράν, καραδοκεί τη σκόνη
απ’ τη ρωγμή της φωταγωγημένης μας απόστασης.
 
Μέσα σε τόση εξάντληση, η αγκαλιά μου, δεν είναι παρά η μνήμη
ενός φόβου πριν της υπέρβασής του τον ηδονικό τραυματισμό.
Πίσω απ’ την ανάφλεξη των χαλασμάτων μου:
 
Η πλώρη της ανατολής.
 
1: «Να Ξαναπάρει Φως…», Γιάννης Δάλλας, Γεννήτριες, Εκδόσεις Τυπωθήτω 2004.


                                                     photo: Gundula Blumi



12/12/2021

Κοιτάσματα Φυγής

Ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις εκεί που νοσταλγείς το καλοκαίρι
μόνο απ’ τα μάτια σου να στάζουνε κοιτάσματα φυγής
όπως τα σκούρα χρώματα αθέλητα στρωμένα σε κάποια παιδική μου ζωγραφιά
 
ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις πίσω απ’ το παράθυρο ενός λεωφορείου
εκεί που ο δρόμος κούρδισε τον αποχωρισμό
μόνο με χείλη μισοφέγγαρες πληγές έχω φιλήσει το τραγούδι
που σου άναβε την όραση
τις ώρες που μια πόλη ναυαγούσε αθόρυβα στα ηλεκτρικά της φώτα
 

οι πόλεις όταν ναυαγούν δεν στέλνουν σήματα κινδύνου

η θάλασσα είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής

 
τα χέρια σου δυο αχινοί στα θερινά μου πέλματα
υπονομεύουν την απόσταση ως την οριστική μου διαφυγή απ’ το ατύχημα
τι θα θυμούνται τα αίματα από αυτή την διαδρομή
τι θα εμπιστευτεί στον άνεμο η στάχτη που θα την παρασύρει ως τη λήθη
της φωτιάς
 
εκεί που νοσταλγείς το καλοκαίρι σε κλείνει μια αγκαλιά
από ξερές πευκοβελόνες
η σήψη της αναζητά πάνω στο δέρμα σου λίγη απ’ τη νυχτερινή δροσιά
μετά διστάζει και αποτραβιέται στη σιωπή σαν μουσικός
που πέθανε σε νέα ηλικία
 
εκεί που αναχωρείς πίσω απ’ το παράθυρο ενός λεωφορείου
σπατάλησα κάθε δικαίωμα στη θάλασσα
 

που είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής

 
θάβοντας κάτω απ’ τα μαλλιά σου την απολυταρχία των πληγών μου


                                            photo: Gundula Blumi



17/10/2021

Ναυάγιο

Στέκομαι διάτρητος απ’ τα θεμέλια του ποιήματος
το βλέμμα μου είναι στάσιμο
και κρύβεται στους διαμπερείς τραυματισμούς
οι πελεκάνοι του αναθέτουν να ετοιμάσει την αποδημία
για τους απογόνους
η ακτή δεν νιώθει οίκτο για τους ζωντανούς
 
δεν είμαι πειρατής
 
απλά η θάλασσα ερωτεύτηκε την επικράτεια της σιωπής μου
κύματα με λευκές φωνές γλείφουν από τις φτέρνες μου
τους ασπασμούς του αλατιού από τη ρότα που σκουριάζει
την εξάντληση
παρατηρώ επίμονα τα θραύσματα μιας αγκαλιάς που έγιναν νησιά
 
δεν έχει άγκυρες η πλώρη της ανατολής
 
απλά η θάλασσα στο πλάι της αποκαλύπτει τις κραυγές αυτών
που μίσησαν το σώμα τους τότε που πιάσανε λιμάνι
αναπηδάνε οι κραυγές και στροβιλίζονται έξω και μέσα απ’ τα νερά
σαν μαγικά δελφίνια που πυρπολούν το λυκαυγές
σαν χορογράφοι του θανάτου των ερωτευμένων που αναπαύονται
στους διαμπερείς τραυματισμούς
 
δεν είμαι πειρατής
δεν έχει άγκυρες η πλώρη της ανατολής
 
μονάχα μια γυναίκα
που πασχίζει να διαβρώσει τα θεμέλια του ποιήματος
μέσα στα ρείθρα του οργασμού της


                                            photo: Gundula Blumi