Στέκομαι διάτρητος απ’ τα θεμέλια του ποιήματος
το
βλέμμα μου είναι στάσιμο
και
κρύβεται στους διαμπερείς τραυματισμούς
οι
πελεκάνοι του αναθέτουν να ετοιμάσει την αποδημία
για τους
απογόνους
η ακτή
δεν νιώθει οίκτο για τους ζωντανούς
δεν είμαι
πειρατής
κύματα με λευκές φωνές γλείφουν από τις φτέρνες μου
τους ασπασμούς του αλατιού από τη ρότα που σκουριάζει
την εξάντληση
παρατηρώ επίμονα τα θραύσματα μιας αγκαλιάς που έγιναν νησιά
δεν έχει
άγκυρες η πλώρη της ανατολής
που μίσησαν το σώμα τους τότε που πιάσανε λιμάνι
αναπηδάνε οι κραυγές και στροβιλίζονται έξω και μέσα απ’ τα νερά
σαν μαγικά δελφίνια που πυρπολούν το λυκαυγές
σαν χορογράφοι του θανάτου των ερωτευμένων που αναπαύονται
στους διαμπερείς τραυματισμούς
δεν
είμαι πειρατής
δεν έχει
άγκυρες η πλώρη της ανατολής
που πασχίζει να διαβρώσει τα θεμέλια του ποιήματος
καταβρεγμένη απ’ του θανάτου μου τις ωκεάνιες αλυσίδες
photo: Gundula Blumi

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.