30/04/2017

Χορεύοντας Με Μια Σκιά

Ένα ακόμα καλοκαίρι αυτοκτονούσε
με το αγκίστρι της κιθάρας
που καθοδήγησε τις νύμφες να πεταχτούν
έξω απ’ τα έλατα
 
ο ουρανός πάνω απ’ το δάσος
μία βροχή από πολύτιμα πετράδια
μα η πανσέληνος δεν έβγαινε
προτού κοιτάξει το είδωλό της στο ρυάκι
και οι κραυγές των λύκων
μου θυμίζανε πως πέρασα το χέρι μου στην πλάτη σου
για χάρη μόνο μιας αναμνηστικής φωτογραφίας
 
φορούσες μια λευκή μάλλινη μπλούζα
φορούσα ένα πουκάμισο καρό
ένα χαμόγελο σαν ομιλία διπλωμάτη
έκανε πραξικόπημα στα χείλη σου
το έκοψα αθόρυβα
και το καμάκωσα -στολίδι-
στη φωνή του Μάλαμα
για να σφυροκοπά πιο σθεναρά
τους αλγορίθμους της σιωπής μας
 
ήσουν «γυναίκα κουρασμένη απ’ το δρόμο»
κι εγώ το ήξερα καλά πως
«όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι»
 
γι’ αυτό, λοιπόν, μην απορείς
που δεν ζητούσα να χορέψουμε
 
ήταν κι αυτή μια μέθοδος να επιβιώσω απ’ τα τραγούδια
που δεν γράφτηκαν για εμάς.


                                            photo: Julia Nikonova



25/04/2017

Στην Πλώρη Της Ανατολής

Ήμασταν συνένοχοι στην αφωνία
όμως κανείς δεν είχε αντιληφθεί το πάθος μου
να γίνω μουσικός
 
σε λίγο θα ξημέρωνε
κι έκρυβα κάτω από το στρώμα
το κλειδί του σολ
για να φυλάξω ανέπαφη την αϋπνία της κλοπής
κράτησα μόνο το φιαλίδιο με την άμμο
για να μπορώ να αποφεύγω τις παγίδες
και ακολούθησα τα βήματα
που με είχαν προσπεράσει βιαστικά
μέχρι που έχασα τα ίχνη μου
σε μια παραθαλάσσια συγχορδία
 
μία γυναίκα στεκόταν μόνη
στην πλώρη της ανατολής
το βλέμμα της φυλάκιζε σε υδάτινα κλουβιά
όλες τις νότες που περνούσαν
η θάλασσα ερχόταν και της έβρεχε τα πόδια
ζωγράφιζε πάνω στις πέτρες σκόρπια γράμματα
απ’ τη ζωή εκείνου που δεν ήμουν
σήκωσα ένα κοχύλι και το έβαλα στ’ αυτί
αμέσως μου ήρθε στο μυαλό
ο ήχος των χελιδονιών
καθώς πετούν προς τον Βορρά
 
τότε η θάλασσα
ενώθηκε με την άλλη θάλασσα
που αγρίευε ανάμεσα στους μηρούς της γυναίκας
 
η αρμύρα ψαλίδισε το σώμα μου
το σκόρπισε
σαν κομμάτια ψηφιδωτού
μέσα στις δύο θάλασσες
 
η μέρα φόρεσε τη σάρκα της γυναίκας
έγινα λαθρεπιβάτης στο λευκό της άλογο
και τ’ όνομά μου ήταν Χίθκλιφ1
 
1: χαρακτήρας από το μυθιστόρημα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ. 


                                                     photo: Julia Nikonova



07/04/2017

Strange Colour Blue

Ημέρα 1η
 
Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Όσοι δεν ήταν στα κρεβάτια τους μείναν να συζητούν γύρω από τυφλωμένες λέξεις. Τα φώτα του δρόμου ακολουθούσαν την κιθάρα του Bob Dylan. Αλλάζαν συνεχώς τα σχέδια της νύχτας. Κι αυτή δυσκολευόταν να γράφει μηνύματα στους τοίχους με σκοτάδι. Με τύλιγε ακόμα η αίσθηση μιας ημιτελούς εφηβείας. Κι έτσι μου χαμογέλασε η γυναίκα που αφήνει τα παράθυρα ανοιχτά. Για να ακούγεται το κύκνειο άσμα της σελήνης. Της έδωσα ένα λευκό χαρτί. Επάνω του ζωγράφισε το πρόσωπό μου. Στα μάτια έβαλε το χρώμα των ματιών της.    
 
Ημέρα 2η
 
Ύστερα έλιωσε το δέρμα μου. Το έχυσα σε μία σάπια υδρορροή. Έπεσα απ’ το μπαλκόνι δίχως δέρμα. Σαν νόθος γιος του καλοκαιριού. Ο αέρας μύριζε ιώδιο. Η πόλη έφευγε απ’ τους ανθρώπους. Μάλλον την είχαμε κουράσει. Και προτιμάει τώρα να ξυπνά στην αγκαλιά του κάθε αγνώστου.
 
Ημέρα 3η
 
Βρισκόμουν ακόμα κάτω απ’ τη σκιά. Των ρούχων που ήθελα να κάψω. Να πετάξω στη θάλασσα. Να σκίσω και να ρίξω τα κομμάτια από το πιο ψηλό βουνό. Μόλις είχα βγάλει τα γυαλιά απ’ τις πατούσες μου. Ένα αδέσποτο σκυλί άρχισε να γλείφει τις πληγές. Το αγκάλιασα και είπα για τα κέρματα που πέταξα στ’ αστέρια. Τώρα γύριζαν στα χέρια μου το ένα μετά το άλλο. Η παρουσία του ανθρώπου που δε γνώριζα γινότανε πιο αισθητή. Απ’ το οτιδήποτε. Λες και αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Λες και ζούσε μια δίδυμη ψυχή μέσα στο σώμα μου. Που το τραγούδι της με μάγευε. Κάνοντάς με να πετώ τα κέρματά μου όλο και πιο μακριά. 
  
Ημέρα 4η
 
Προχώρησα με δυσκολία στο σκοτεινό διάδρομο. Μέχρι να φτάσω στο δωμάτιο της γυναίκας που αφήνει τα παράθυρα ανοιχτά. Για να ακούγεται το κύκνειο άσμα της σελήνης. Ήθελα να τ’ ακούσω δίπλα της. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μόλις με είδε σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, φόρεσε τα σανδάλια της και άφησε στο κομοδίνο την πρώτη μας φωτογραφία: ήμασταν φοιτητές. Είχαμε μόλις τελειώσει το δεύτερο έτος. Τα όνειρά μας ήταν κόκκινα. Σαν τις βαθιές αναπνοές που μας ξεβράσανε σ’ αυτό το καλοκαίρι. Είμαι κατάδικος να μείνω πάντα εδώ, της είπα. Εκείνη άπλωσε τα χέρια προς το μέρος μου. Ανεβήκαμε στο περβάζι και χορέψαμε. Σε λίγο τα πάντα εξαϋλώθηκαν. Μείναμε οι δυο μας να επιπλέουμε. Κάτω απ’ το ετοιμοθάνατο φεγγάρι.    


                                            photo: Zoe Argiri