Ήμασταν συνένοχοι στην αφωνία
όμως
κανείς δεν είχε αντιληφθεί το πάθος μου
να
γίνω μουσικός
σε
λίγο θα ξημέρωνε
κι
έκρυβα κάτω από το στρώμα
το
κλειδί του σολ
για
να φυλάξω ανέπαφη την αϋπνία της κλοπής
κράτησα
μόνο το φιαλίδιο με την άμμο
για
να μπορώ να αποφεύγω τις παγίδες
και
ακολούθησα τα βήματα
που
με είχαν προσπεράσει βιαστικά
μέχρι
που έχασα τα ίχνη μου
σε
μια παραθαλάσσια συγχορδία
μία
γυναίκα στεκόταν μόνη
στην
πλώρη της ανατολής
το
βλέμμα της φυλάκιζε σε υδάτινα κλουβιά
όλες
τις νότες που περνούσαν
η
θάλασσα ερχόταν και της έβρεχε τα πόδια
ζωγράφιζε
πάνω στις πέτρες σκόρπια γράμματα
απ’
τη ζωή εκείνου που δεν ήμουν
σήκωσα
ένα κοχύλι και το έβαλα στ’ αυτί
αμέσως
μου ήρθε στο μυαλό
ο
ήχος των χελιδονιών
καθώς
πετούν προς τον Βορρά
τότε
η θάλασσα
ενώθηκε
με την άλλη θάλασσα
που
αγρίευε ανάμεσα στους μηρούς της γυναίκας
η
αρμύρα ψαλίδισε το σώμα μου
το
σκόρπισε
σαν
κομμάτια ψηφιδωτού
μέσα
στις δύο θάλασσες
η
μέρα φόρεσε τη σάρκα της γυναίκας
έγινα
λαθρεπιβάτης στο λευκό της άλογο
και
τ’ όνομά μου ήταν Χίθκλιφ1
1:
χαρακτήρας από το μυθιστόρημα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ.
photo: Julia Nikonova

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.