25/11/2013

Σαν Λυπημένοι Φανοστάτες

Μόλις ο επιστάτης έσβησε τα φώτα – για να μη γίνει αντιληπτή η ήττα μου – έκρυψα το κομμένο μου κεφάλι κάτω από ένα έδρανο, πέταξα πάνω του ό,τι φορούσα και βγήκα απ’ το αμφιθέατρο γυμνός.
Στην άλλη άκρη του διαδρόμου η ακαδημαϊκή μου ταυτότητα τυλιγόταν στις φλόγες. Τα τζάμια ήταν θολά απ’ την ανάσα των ανθρώπων που δεν παραδέχονται ότι τρομάζουν αν ακούσουν τη φωνή τους και τώρα συνωστίζονται σαν λυπημένοι φανοστάτες. Μαζεύονται γύρω απ’ τις φλόγες και ζεσταίνουνε τα χέρια που απείλησαν το βλέμμα τους.
Άνοιξα την πλησιέστερη πόρτα και κατευθύνθηκα προς τον βοτανικό κήπο. Το βρεγμένο γρασίδι θύμιζε στα γυμνά μου πόδια κάθε ρολόι που αστόχησε. Οι κήποι είχαν πάντα κάτι απ’ τις ζωγραφιές της Εβίτας, αγαπημένης παιδικής μου φίλης, που μου είχε μάθει να πετώ, όταν μια λέξη έχανε το ύψος της.
Η ενηλικίωση ένα παροπλισμένο βαγόνι στο σταθμό,
μ’ όλα του τα παράθυρα σπασμένα, η φαντασία ένα καταργημένο δρομολόγιο,
και η λογική ένα εισιτήριο, που ήμουνα πολύ φτωχός για να πληρώσω.
Μόνο οι ποιητές αφάνισαν για πάντα τη σκιά που σφετερίστηκε τις λέξεις τους, ξεχνώντας πως τα παιδικά τους χρόνια ήταν πολύ λιγότερο μακριά.


                                            photo: Bruce Davidson



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.