12/12/2021

Κοιτάσματα Φυγής

Ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις εκεί που νοσταλγείς το καλοκαίρι
μόνο απ’ τα μάτια σου να στάζουνε κοιτάσματα φυγής
όπως τα σκούρα χρώματα αθέλητα στρωμένα σε κάποια παιδική μου ζωγραφιά
 
ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις πίσω απ’ το παράθυρο ενός λεωφορείου
εκεί που ο δρόμος κούρδισε τον αποχωρισμό
μόνο με χείλη μισοφέγγαρες πληγές έχω φιλήσει το τραγούδι
που σου άναβε την όραση
τις ώρες που μια πόλη ναυαγούσε αθόρυβα στα ηλεκτρικά της φώτα
 

οι πόλεις όταν ναυαγούν δεν στέλνουν σήματα κινδύνου

η θάλασσα είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής

 
τα χέρια σου δυο αχινοί στα θερινά μου πέλματα
υπονομεύουν την απόσταση ως την οριστική μου διαφυγή απ’ το ατύχημα
τι θα θυμούνται τα αίματα από αυτή την διαδρομή
τι θα εμπιστευτεί στον άνεμο η στάχτη που θα την παρασύρει ως τη λήθη
της φωτιάς
 
εκεί που νοσταλγείς το καλοκαίρι σε κλείνει μια αγκαλιά
από ξερές πευκοβελόνες
η σήψη της αναζητά πάνω στο δέρμα σου λίγη απ’ τη νυχτερινή δροσιά
μετά διστάζει και αποτραβιέται στη σιωπή σαν μουσικός
που πέθανε σε νέα ηλικία
 
εκεί που αναχωρείς πίσω απ’ το παράθυρο ενός λεωφορείου
σπατάλησα κάθε δικαίωμα στη θάλασσα
 

που είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής

 
θάβοντας κάτω απ’ τα μαλλιά σου την απολυταρχία των πληγών μου


                                            photo: Gundula Blumi



17/10/2021

Ναυάγιο

Στέκομαι διάτρητος απ’ τα θεμέλια του ποιήματος
το βλέμμα μου είναι στάσιμο
και κρύβεται στους διαμπερείς τραυματισμούς
οι πελεκάνοι του αναθέτουν να ετοιμάσει την αποδημία
για τους απογόνους
η ακτή δεν νιώθει οίκτο για τους ζωντανούς
 
δεν είμαι πειρατής
 
απλά η θάλασσα ερωτεύτηκε την επικράτεια της σιωπής μου
κύματα με λευκές φωνές γλείφουν από τις φτέρνες μου
τους ασπασμούς του αλατιού από τη ρότα που σκουριάζει
την εξάντληση
παρατηρώ επίμονα τα θραύσματα μιας αγκαλιάς που έγιναν νησιά
 
δεν έχει άγκυρες η πλώρη της ανατολής
 
απλά η θάλασσα στο πλάι της αποκαλύπτει τις κραυγές αυτών
που μίσησαν το σώμα τους τότε που πιάσανε λιμάνι
αναπηδάνε οι κραυγές και στροβιλίζονται έξω και μέσα απ’ τα νερά
σαν μαγικά δελφίνια που πυρπολούν το λυκαυγές
σαν χορογράφοι του θανάτου των ερωτευμένων που αναπαύονται
στους διαμπερείς τραυματισμούς
 
δεν είμαι πειρατής
δεν έχει άγκυρες η πλώρη της ανατολής
 
μονάχα μια γυναίκα
που πασχίζει να διαβρώσει τα θεμέλια του ποιήματος
μέσα στα ρείθρα του οργασμού της


                                            photo: Gundula Blumi



08/10/2021

Μεσάνυχτα

Είναι που η φωνή σου
παραβγαίνει στο ύψος με τα κτίρια της πόλης
 
είναι η φωνή σου
τέσσερις γυάλινοι τοίχοι ενυδρείου
θεματοφύλακες της μουσικής
μην την αφήσουν να αποδράσει
μέσα απ’ τις αναμνηστικές φωτογραφίες
 
κάθε φωτογραφία
κι ένα παράθυρο σπιτιού
που μέσα τρέμει η πυρκαγιά
 
η πυρκαγιά
ξέρει καλύτερα απ’ τους ανθρώπους
πως όποιος καταστρέφει
τρέμει με όλο το μυαλό και το κορμί του
 
κι ο ποιητής
μια αποθήκη απονενοημένων μηνυμάτων
που φυγαδεύουν το πυρακτωμένο δέρμα του
πάνω στις πλάτες του καπνού


                                            Photo: Anna Malina



22/09/2021

Σαλπάρισμα

Στην πλώρη της ανατολής
σβήνω το φόβο με ετερόφωτες πληγές
που ηλεκτροδοτούνται στο αέναο
απ’ την αυτοπυρπόλησή μου
με την Κακή Φωτιά του Παλαμά
 
στην πλώρη της ανατολής
η μοναξιά του ποιητή
είναι ο θόρυβος απ’ τα χειροκροτήματα
μετά το τέλος της απαγγελίας
 

(τι ηδονικός τραυματισμός η υπέρβαση του φόβου!

τι φωτεινό παλάτι η μοναξιά του ποιητή!)

 
θαλάσσιες ανεμώνες
περιφρουρούν την υφαλμύρωση του φύλου σου
καθώς αρνείσαι να υποκύψεις στα τοπία
 
μέσα στο πέλαγο
το σώμα σου λυγμός του ανέμου που μοιράζεται αεικίνητα
στη λαιμαργία της αρμύρας
 
μέσα στο πέλαγο
τα στήθη σου δυο εγκαταλειμμένα πετρελαιοφόρα
που φέρνουν τον εαυτό τους αντιμέτωπο
με τη θηλυκότητα της γης και του θανάτου
 

(πόσο ερωτικά ψυχορραγεί το καλοκαίρι στην αγκαλιά του Σεπτεμβρίου!)

 
δεν έχω να σου γράψω άλλα ποιήματα
τώρα οι ιστορίες του πελάγου θα μνημονεύονται με δάκρυα
 

(πόσο ερωτικά ψυχορραγεί το καλοκαίρι στην αγκαλιά του Σεπτεμβρίου!)

 
στην πλώρη της ανατολής
ο ήλιος είναι το ανίατο σκοτάδι των ματιών σου


                                             photo: Gundula Blumi



22/07/2021

Νύχτες Ατημέλητου Καλοκαιριού, αποσπάσματα 2

Έπειτα φιλοτέχνησες έναν βραχύβιο γυρισμό. Που δεν εμπόδισε κανένας Ποσειδώνας. Μα εσύ η ίδια απογύμνωσες φριχτά μπροστά σε εγχώρια στόματα.
Τον άφησες βεβηλωμένο να παραπατά. Σε κάποια ολόφωτη πλατεία.
Εκεί που η πόλη είχε φορέσει βιαστικά το καλλιτεχνικό της προσωπείο. Για να μπορούν οι ποιητές να αναρρώνουνε ανώδυνα. Από τις βρόχινές σου αγκαλιές.
 

 
Οι λέξεις βγαίνανε γυμνές από τα βλέμματα. Σαν υπερφωτισμένα αεροπλάνα. Υπό τον κίνδυνο να συγκρουστούν ανάμεσα στους υδρατμούς της μουσικής.
Πήρα απ’ το χέρι τον βραχύβιο γυρισμό που φιλοτέχνησες. Αέναα εξαντλημένο. Και τον κρέμασα στα σύρματα του ξηλωμένου τροχιόδρομου.
Ύστερα χάθηκα στη γραμματοσειρά που άντεχε το χέρι μου. Στα πλαίσια σχολικού αναγνωστικού.
Ήταν η ώρα που οι δρόμοι ανήκαν. Στο κορίτσι που αγάπησε τα ζώα.
 

 
Άρχισα να τραγουδάω το «Nothing Else Matters» των Metallica. Και μια υδάτινη συγκίνηση κατακρημνίστηκε στο σώμα μου.
Ήτανε η αυλαία της αλήθειας σου. Και έπεφτε για να περατωθεί ινκόγκνιτο η θεραπεία του ονείρου.
 

 
Υπέκλεψα την μεσονύκτια αγκαλιά του κοριτσιού που αγάπησε τα ζώα. Και την ναυάγησα επιμελώς στην παιδική πληγή που μου είχε σκοτώσει το ποδήλατο.
 
Η αναπνοή μου γέμισε συνουσιαζόμενους ερωδιούς. 


                                            photo: Christos Kartas



03/07/2021

Νύχτες Ατημέλητου Καλοκαιριού, αποσπάσματα 1

Τα κείμενά μου είναι νύχτες ατημέλητου καλοκαιριού. Που βρίσκουν καταφύγιο στα καπέλα μουσικών του δρόμου.
Το θέμα τους ένας μοναχικός περίπατος. Με ξυπόλυτα πόδια. Σε περιοχές της πόλης που ξεχνάνε τ’ όνομά τους. Για να χωρέσουν αμετάκλητα τον κρότο του προσωρινού.
 

 
Τι είναι το προσωρινό;
 

 
Η τιμωρία για τη ματαιοδοξία του ονείρου μας.
 

 
Εδώ οι λέξεις διαπραγματεύονται με τα χιλιόμετρα το δέος τους. Μπροστά σε μία διαδρομή επιστροφής.
Κι εγώ ασθμαίνω εξαντλημένος από εκείνη την αγύμναστη απόσταση. Που δεν μπορούσε να διανύσει τους καημούς των οδοιπόρων.
 

 
Απόψε στο παραλιακό μέτωπο. Φυσάει η σιωπή. Μιας τηλεφωνικής συνομιλίας.
Τα χέρια του παιδιού που έκρυβα στις τσέπες μου. Χάσανε το πολιτικό τους άσυλο στις κακουχίες ενός κάστρου από άμμο.
Μείνανε μόνο κάτι απορρυπαντικά επιχειρήματα. Που λέξη – λέξη εξασθενούν.
Όπως τα πρόσκαιρα τραγούδια. Που ακούγονται για ένα μόνο καλοκαίρι.
 

 
Περνώντας άφησες στο σώμα μου. Κάτι χάδια. Νυχτερινά δρομολόγια.
Εκδρομές με την υπερταχεία. Μέσα από ανυπόστατα τοπία. Ξέπνοης παραθέρισης.
Με εισπράκτορα κάποια απρόσωπη παρόρμηση. Φοιτητικής ζωής. Που όταν έφτασε η ώρα να πληρώσω. Παρερμηνεύτηκε και λογοκρίθηκε. Απ’ τις επικοινωνιακές μου ικανότητες.
 

 
Γεννήθηκα ανάμεσα σε δύο φλέβες από ατσάλι για να μπορώ να εκθέτω τους νευρώνες μου γυμνούς στο νερό του ταξιδιού.
 

 
Άφησέ με. Να χαθώ μαζί σου, ακόμα μια φορά. Στα επιφωνήματα της πόλης.
Τώρα η θλίψη θα είναι αξιόπιστα άοπλη. Και οι αφύλακτες διαβάσεις της φυγής
αποκλεισμένες. Από πυροσβεστικά ποιήματα.
 

 
Το ταβερνάκι έκλεινε. Μα το κρασί κυλούσε άφθονο στο αίμα της παρέας. Σαν ισχυρό αναλγητικό. Για τη σχισμή της τελευταίας αγκαλιάς.
Ήταν η ώρα που οι δρόμοι ανήκαν. Στο κορίτσι που αγάπησε τα ζώα.
 

 
Κάποτε θα επιστρέψεις. Με μόνη αποσκευή τα καλοκαιρινά παπούτσια σου.
Θα έρθω να σε πάρω. Απ’ το ονειροδρόμιο των απαγορευμένων προορισμών. Κρατώντας ένα βιβλίο του Bukowski.
Μπροστά μας θα απλώνεται. Μια φωταγωγημένη μοναξιά.


                                            photo: Christos Kartas



29/05/2021

Ατέρμων Βρόχος

Το καλοκαίρι έφευγε
σαν αποβάθρα του σταθμού
απ’ τη ματιά του επιβάτη
πάνω του κείτονταν
τα σώματα του ταξιδιού
τάφοι φθαρμένων φιλοδοξιών
 
η όραση ξεθώριαζε
εκθετικά
μα η μουσική ακολουθούσε
δίχως οίκτο τη φυγή
όπως αυτοί
που όταν κοιτάζουν το ρολόι τους
βλέπουν την ώρα που επιβάλλει
η εσωστρέφεια
για να χαθούν μετά στο πλήθος
 
εσύ δεν ήσουνα ποτέ εδώ
να πάρεις
την ακινησία του προσωρινού
από το χέρι
ούτε και τόλμησες να κλέψεις
τ’ αγαπημένα μου τραγούδια
να τα αφήσεις να κυλήσουν
απ’ τα μάτια σου νερό
σαν εφηβεία
σε ηλικία επιτάχυνσης
και να κοιτάξεις με ανείπωτη στοργή
το χορτασμένο σου αιδοίο
 
κάποτε
θα σε δω ξανά
στην άκρη κάποιας λεωφόρου
που αποκήρυξε το τέρμα της
θα ‘ναι αποκλειστικά φθινόπωρο
και θα πασχίσουμε μαζί
να λιώσουμε
τα τελευταία πέδιλα του καλοκαιριού
με τη βοήθεια των ξεραμένων φύλλων
που καλοπιάνουνε τον θάνατο
 
στην πράξη θα λιώσουμε
τα πόδια μας
καλοπιάνοντας με τη σειρά μας
το καθεστώς της μουσικής
 
θα χαμογελάσουμε δειλά
ο ένας στον άλλο
και θα ανταλλάξουμε σιωπές
 
έπειτα
θ’ απομακρυνθούμε
με βήματα αντιδιαμετρικά
 
ώσπου
 
η διάρκεια της μέρας
να αρχίσει πάλι να αυξάνεται
ραγδαία


                                            photo: Bruce Davidson



09/04/2021

Φάρος

Οι μούσες παραιτήθηκαν
στο κατώφλι ενός παμπάλαιου οδόσημου
 
όμως
 
τα χείλη μου παρέμειναν
ένα υπέροχο ναυάγιο στον πάτο των μαλλιών σου
 
έτσι στα ποιήματα που γράφω
πρωταγωνιστεί η μουσική
 
ή μάλλον
 
για να ‘μαστε πιο ακριβείς
μου τα υπαγορεύει.


                                                         photo: Elliott Erwitt