Τα κείμενά μου είναι νύχτες ατημέλητου καλοκαιριού. Που
βρίσκουν καταφύγιο στα καπέλα μουσικών του δρόμου.
Το θέμα
τους ένας μοναχικός περίπατος. Με ξυπόλυτα πόδια. Σε περιοχές της πόλης που
ξεχνάνε τ’ όνομά τους. Για να χωρέσουν αμετάκλητα τον κρότο του προσωρινού.
Κι εγώ ασθμαίνω εξαντλημένος από εκείνη την αγύμναστη
απόσταση. Που δεν μπορούσε να διανύσει τους καημούς των οδοιπόρων.
Τα χέρια
του παιδιού που έκρυβα στις τσέπες μου. Χάσανε το πολιτικό τους άσυλο στις
κακουχίες ενός κάστρου από άμμο.
Μείνανε
μόνο κάτι απορρυπαντικά επιχειρήματα. Που λέξη – λέξη εξασθενούν.
Όπως τα
πρόσκαιρα τραγούδια. Που ακούγονται για ένα μόνο καλοκαίρι.
Εκδρομές
με την υπερταχεία. Μέσα από ανυπόστατα τοπία. Ξέπνοης παραθέρισης.
Με
εισπράκτορα κάποια απρόσωπη παρόρμηση. Φοιτητικής ζωής. Που όταν έφτασε η ώρα
να πληρώσω. Παρερμηνεύτηκε και λογοκρίθηκε. Απ’ τις επικοινωνιακές μου
ικανότητες.
Τώρα η
θλίψη θα είναι αξιόπιστα άοπλη. Και οι αφύλακτες διαβάσεις της φυγής
αποκλεισμένες.
Από πυροσβεστικά ποιήματα.
Ήταν η ώρα που οι δρόμοι ανήκαν. Στο κορίτσι
που αγάπησε τα ζώα.
Θα έρθω
να σε πάρω. Απ’ το ονειροδρόμιο των απαγορευμένων προορισμών. Κρατώντας ένα
βιβλίο του Bukowski.
Μπροστά
μας θα απλώνεται. Μια φωταγωγημένη μοναξιά.
photo: Christos Kartas

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.