Την εποχή
που το
κιθαριστικό ξέσπασμα του Purple Rain1
κατέσφαξε
επάνω μου τη θάλασσα,
συνέχισα
ψυχαναγκαστικά ν’ ακολουθώ
–πριν
την αφύπνιση των άστρων–
την ίδια
διαδρομή:
Ροτόντα
Άγιος
Παντελεήμων
Οδός
Στρατηγού Μακρυγιάννη
Αχειροποίητος
από
δέρματα ληγμένων φράσεων υποστήριξης
που
ρέοντας ανείπωτα
σε
καγκελόπορτες κλειστών ναών
βαθαίναν
παραπάνω τον αέρα.
και
μυρωδιά λιωμένου κρέατος
αυτή, η
αόρατή μου άνοιξη –
με χέρια
ολόσωμα φυτίλια νεκροκάντηλων
έφεξα το
γαλάζιο σκοτάδι
που
τελετουργικά ηχογραφούσε
την
ασυστολία μου,
γκρεμίζοντας
φωλιές περιστεριών.
υπόγειων
βλεμμάτων και χαδιών
που
φτερουγίζοντας, ζωντάνευαν ταυτόχρονα
όλες τις
προτομές της πόλης,
για να
επέμβουνε λαθραία
στο
ιατρικό μου ιστορικό:
ανεβαίνοντας
τις σκάλες
του
κινηματογράφου Ολύμπιον
προς το
Δωμάτιο Με Θέα,
ρώτησα
συνωμοτικά τους θεατές
αν τους
φοβίζει
που η
πιο παράλογη εξήγηση
μπορεί
να περιέχει δόση αλήθειας:
και η Michelle είχε δίκιο πως η
ανθρωπότητα απέτυχε και δεν
χρωστά
κανείς την επιβίωσή της2.
είχα
εντελώς αποκοπεί από το σώμα μου.
Κάθισα
σε τραπέζι δίπλα στο παράθυρο
την ώρα
που η βροχή μαστίγωνε
σαν
οπισθότονος τα φώτα της Αριστοτέλους.
στα
απονεκρωμένα μου άνω άκρα
είναι οι
αντικατοπτρισμοί
σ’
εκείνο το παράθυρο
–σαν
άγνωστης ταυτότητας
ιπτάμενα
αντικείμενα στον ουρανό
μιας
αποσχιστικής μου εμπειρίας–
μα είμαι
βέβαιος πως ορισμένοι άνθρωποι
πάντα θα
τραγουδούν σε χώρους εργασίας
κι εγώ
παραφυλώντας τη φωνή τους
θ’
αρρωσταίνω υπαρξιακά.
ένιωσα
ασφάλεια γύρω από
άτομα με
καλλιτεχνικές ανησυχίες·
όταν εγώ
χειρίστηκα τις λέξεις.
σταλάζει
η όψη μου εκεί που βιάζονται
της
περιφερειακής σας όρασης
τα πλάνα,
επιθυμώ
να με σιχαίνεστε.
photo: Christos Kartas

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.