26/08/2017

Και Η Θάλασσα Από Παντού Μας Αγκαλιάζει

Ημέρα 1η
 
Εκείνη τη στιγμή η θάλασσα έγινε καταδίκη. Έσπασε μ’ έναν θόρυβο φριχτό σε ασαφείς χρονολογίες. Από μέσα της αναδύονταν οι παρυφές της νύχτας. Ήτανε σαν αλλοπαρμένα ξωτικά και τραγουδούσαν για το λίγο των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνεχώς λιγόστευαν. Όπως η διάμετρος της κόρης των ματιών καθώς εκτίθεται σε φως. Εγώ και οι άλλοι που δεν ήμουν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο. Ηλεκτροφόρες αγκαλιές με κλείνανε από παντού. Όταν ο χρόνος εκτός μετεμψυχώθηκε σε ήλιο. Κρύφτηκα κυνηγώντας το σφυγμό πάνω σε φλέβες αδειανές.
 
Ημέρα 2η
 
Μια μπαλαρίνα χόρευε πάνω από τα κύματα. Με μάτια ακυβέρνητα. Και πέλματα από νερό. Από τα χείλη της έσταζε καμένο γάλα. Στο υπογάστριο, πιο άρρωστη από ποτέ, είχε ξυπνήσει η κόκκινη πεταλούδα. Σήμα κινδύνου για τον κόσμο που βουλιάζει. Η μπαλαρίνα είχε δύο ονόματα. Ένα για τη θάλασσα. Και ένα για τον κόσμο που βουλιάζει. Τα ονόματα εναλλάσσονταν διαρκώς στη χάση και στη φέξη του γιατί. Το άνοιγμα των φτερών της πεταλούδας συνέθλιψε το χρώμα των ανθρώπων. Που συνεχώς λιγόστευαν. Και έγιναν σκιές. Που η μέρα εξουθενώνει.
 
Ημέρα 3η
 
Στον έξω τοίχο της ζωής. Κρέμασα τα εξώφυλλα από τα παιδικά μου παραμύθια. Έγινε η ζωή ερωδιός. Και πέταξε πάνω από σκουριασμένες νεκροψίες.
 
Ημέρα 4η
 
Αυτοεξορίστηκα εκεί που τα υγρά αγγίγματα ήταν η πιο γλυκιά πατρίδα. Ναυάγιο υπερφυσικό. Στα εντόσθια της πεταλούδας. Η μπαλαρίνα χυνόταν πάνω στους ανθρώπους. Που δεν μπορούσαν πια να λιγοστέψουν περισσότερο. Τους έπλενε καταρράκτης αδιανόητος γαλήνης και μαζί οργής. Σήκωσα μία μία τις αιτίες τους. Και τις έκρυψα στα χέρια της. Εκείνη άρχισε με ξεκούρδιστη φωνή να ψιθυρίζει ένα τραγούδι. Σαν χορικό από αρχαία τραγωδία.
 
Ημέρα 5η
 
Ο κόσμος τρέμει μες στη μήτρα της. Σαν κουρασμένο παραμύθι. Και την αποκαλεί «αγάπη μου» τώρα που η θάλασσα από παντού μας αγκαλιάζει.           


                                            photo: Zoe Argiri



24/08/2017

Αυγουστιάτικη Μελαγχολία

Όταν τα χελιδόνια ετοιμάζονται
για το μεγάλο τους ταξίδι
χύνω τη στάχτη απ’ τα τετράδια που έκαψα
στις ράγες του πληκτρολογίου
 
η λάμπα του γραφείου
ζωγραφίζει στο γυμνό, άσχημο σώμα μου
τις στάσεις που απομένουν
μέχρι την ηλικία της φθοράς
κάνω κατάχρηση της εξουσίας του διακόπτη
μήπως και βάλω φρένο στις ρυτίδες
μα η αγρύπνια είναι απαρηγόρητη
 
ποιός είπε ότι γράφω ποίηση;
Εγώ απλά συνομιλώ με μουσικούς
που τους μαχαίρωσε ο λόγος
 
ξόδεψα την εφηβεία μου
μέσα στο δρόμο που ζωγράφιζε
το σεληνόφως στο νερό
και τώρα δεν μπορώ να πάω μακριά
 
η αγκαλιά μου είναι παρελθόν
το παρελθόν ακίνητο σαν την πλατεία Ιπποδρομίου
το τελευταίο χάραμα του Αυγούστου
μια πεταμένη κιθάρα μετρά ερωτευμένα βήματα
η γυναίκα που στεκόταν στην πλώρη της ανατολής
την παίρνει και ξηλώνει τις χορδές
οι χορδές γίνονται θηλυκές
τυλίγονται αργά γύρω απ’ το σώμα της
σαν αποτρόπαια χέλια
 
τώρα το στόμα μου θυμίζει κύκνο
που τον πρόδωσε το τελευταίο του τραγούδι
 
«Των θεατρίνων τα άδεια κονσερβοκούτια1»
έχουνε πάλι καταπιεί ό,τι απέμεινε στα ράφια μου
 
1: ο στίχος σε εισαγωγικά είναι της Ζωής Αργύρη


                                                           photo: Zoe Argiri



01/07/2017

Εφιάλτης

Έσκισες τη φωνή της Αλεξίου
και άρχισες να ψάχνεις στο αυτοσχέδιο σώμα μου
εδώ και τέσσερα φιλιά ήμουν νεκρός
πίσω σερνόταν η σημαία της γης
σαν αποτυχημένο μυθιστόρημα
 
εσύ ξεχνούσες τα ονόματα των εποχών
πάνω στα γυμνά σου πέλματα καιγόταν το ταξίδι
όλο επέστρεφες να κόψεις τα καλώδια του μετά
με χέρια που μυρίζαν έλατο
 
σε λίγο θα σκοτείνιαζε
και άνοιξα το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα
την άφησα να μπει μέσα στο σπίτι
ένα «it’s a song to say goodbye1»
τυραννούσε την ξύλινη σκάλα
 
σε έγδυσα και σε φίλησα παντού
γεννήσαμε αναστεναγμούς εκεί που το νερό τελειώνει
ήρθε ξανά η μουσική να συμπληρώσει το κενό
το φύλο σου «μια πίστα από φώσφορο2»
τα γόνατα φεγγάρια που ματώνουν
 
είσαι το πιο γλυκό μου όνειρο, σου είπα
είμαι μια γυναίκα που έγινε νησί, απάντησες
 
τώρα αφήνω κάθε νύχτα το παράθυρο ανοιχτό
κάποια στιγμή ίσως διψάσω πάλι για σκοτάδι
 
1,2: οι στίχοι σε εισαγωγικά είναι από τα τραγούδια «Song To Say Goodbye», Placebo 2006
και «Μια Πίστα Από Φώσφορο», Χάρις Αλεξίου, Λίνα Νικολακοπούλου, Θάνος Μικρούτσικος 1990


                                                                   photo: Zoe Argiri



19/06/2017

Έκλειψη

Σε άκουσα πάλι να παραμιλάς
λευκοντυμένη με φυγή
το κρεβάτι ήταν από θάλασσα
οι άνθρωποι από άμμο
μ’ εκείνο το Βήτα στην αρχή του ονόματός σου
έκανες πιο βιώσιμο το αλλιώς
 
κόκκινος ήλιος τρόμαζε τ’ αστέρια
καθώς αράχνη που θα σκότωνε
για τον ιστό του ουρανού
από το στόμα σου βγαίναν υδρατμοί
σαν επιφάνεια Αφροδίτης
 
έφτιαξα μία βάρκα από χαρτί
και την ακούμπησα στον κόλπο σου
τότε το σώμα σου έγινε κατάρτι
 
οι άνθρωποι από άμμο
πέταξαν και κρεμάστηκαν στην πλώρη της ανατολής
ύστερα είδα πως δεν ήταν άνθρωποι
μα ο ομφάλιος λώρος ενός κόσμου
που αντιστέκεται στο θάνατο
 
πήρα τα νεκρά χρυσόψαρα απ’ τις θηλές σου
και τα κόλλησα στα μάτια μου
δεν έχει νόημα η όραση
όταν η μουσική γίνεται τιμωρία 


                                            photo: Anna Malina


14/06/2017

Μονόπρακτο Αυταπάρνησης

Μύλοι «Αλλατίνη»
 
Έλα να περπατήσουμε ξυπόλητοι
πάνω στα σόλο του Chick Corea
απόψε που η μουσική βαριανασαίνει
 
έχω μεταφέρει το παλιό μου πιάνο
στην αυλή του εγκαταλειμμένου εργοστασίου
εκεί που ο χρόνος ήτανε από χαρτί
και τον πληγώσαμε με τ’ αναμμένα μας τσιγάρα
η υπερωρία της σκουριάς
δεν τόλμησε ν’ αγγίξει τις χορδές
πάνω στα πλήκτρα του κοιμούνται ταραγμένα
όλα τα πόδια που αφήσαμε
στις ατραπούς των μισοτελειωμένων χορογραφιών
οι οκτάβες πιο σιωπηλές από ποτέ
σαν ακτινογραφίες που αγρυπνούνε πάνω τους
αποθανόντες εαυτοί –
παιδιά που κρύφτηκαν στη θέα επισκέπτη
 
έλα ν’ ανέβουμε ξανά στην οροφή του κεντρικού κτιρίου
 
να είσαι όπως τότε
βγαλμένη απ’ το πορτραίτο του χειμώνα
βάλε το πράσινο παλτό
και βάψε τα μαλλιά μελαχρινά
μπέρδεψε τα δικά μου με απρόσεχτα δάχτυλα
ξεδίπλωσε πάνω μου ό,τι περίσσεψε
απ’ τη φωνή σου
σαν κουΐντα από αμετάκλητο χιόνι
άφησε την πνοή μου να προσβάλει
τη δυσκολία σου στα δάκρυα
 
έλα να επιστρέψουμε με σώματα από βροχή
εκεί που οι ερωτικές κραυγές μας
θα ‘ναι το πιο αξιόπιστο σκοτάδι
 
τότε θα γίνω πρωταγωνιστής
σ’ ένα μονόπρακτο αυταπάρνησης
καθώς ο θάνατός μου ξημερώνει απ’ τις πληγές
που ανοίξανε τα δόντια σου στις νότες


                                            photo: Ino Korompoki



16/05/2017

Πειράματα Στο Σανατόριο

Εκβάλω στις πρωινές σου ώρες
χιόνι που εξεγείρεται πάνω σε ιδρωμένα ίχνη
ο μουσικός είχε ξανά διανυκτερεύσει στην αυλή
για να περιποιηθεί φιλιά που έθαψα στις όχθες του Ληθαίου
 
εσύ απλώνεις λόγο
στο υπερώο της πιο αμείλικτης βροχής
ξεσπώντας στη σπονδυλική μου στήλη
όλο το βάρος του υπαρκτού
 
ανάμεσά μας πάλλεται μια λαβωμένη άνοιξη
που σβήνει από το πάτωμα τα ιδρωμένα ίχνη
επιβάλλει στο ρολόι μου
την ώρα που τελείωσε η καινούρια ταινία του Haneke
βυζαίνει λαίμαργα το σώμα μου
παίρνοντας ό,τι κρέμασε επάνω του ο κόσμος
με ελευθερώνει σαν τρεμάμενη εκσπερμάτωση
και γίνομαι γενναίος στη σπατάλη
 
αν σηκώσεις το σεντόνι μου
θα βρεις μόνο τη φωνή του Michael Stipe
στο «Boy In The Well»
 
οι R.E.M. έχουν πια διαλυθεί
όπως εκείνο το πικ απ που έπαιρνε μπρος
όταν κατάπινα τα μαργαριτάρια
που βγαίναν από το φουστάνι σου


                                            photo: Elliott Erwitt



03/05/2017

Παράσταση

Απόψε θα ανοίξω το μεγάλο πιάνο στο σαλόνι
και θα χαθούν τα δάχτυλα σε μια σονάτα ξεχασμένη
 
κάποιοι θα πουν
πως ενοχλώ τις μούσες χωρίς λόγο
 
ξεβάφω, μα δεν πετώ τα μάτια μου στις σκάλες
ξεβάφεις, κολυμπώντας πάνω από τη θάλασσα
όπως κάθε ασυγκράτητος πόθος
 
τέτοιες μέρες στο Λονδίνο
νυχτώνει πιο νωρίς απ’ ό,τι στο Παρίσι
πέρασα κάτω απ’ την αψίδα του Wellington
σαν κουρασμένο φάντασμα
δίνοντας τα μαλλιά μου καταφύγιο
για τα πουλιά του Hyde Park
 
το μόνο που κατάφερα ήτανε να τρομάξω το ταξίδι
 
κι αυτό το μουσικό κουτί
που έχω στο γραφείο αναπαράγει μια μελωδία μελαγχολική
θα το πετάξω, σήμερα, στο πάτωμα με βία
πάνω απ’ το πιάνο μου θα ξενυχτήσω
σαν αποτυχημένος πειρατής
 
εσύ μπορείς να έρθεις να με βρεις
στα καλοκαίρια που γραφτήκαν με την καύτρα του τσιγάρου μου


                                            photo: Dmitry Rogozhkin




30/04/2017

Χορεύοντας Με Μια Σκιά

Ένα ακόμα καλοκαίρι αυτοκτονούσε
με το αγκίστρι της κιθάρας
που καθοδήγησε τις νύμφες να πεταχτούν
έξω απ’ τα έλατα
 
ο ουρανός πάνω απ’ το δάσος
μία βροχή από πολύτιμα πετράδια
μα η πανσέληνος δεν έβγαινε
προτού κοιτάξει το είδωλό της στο ρυάκι
και οι κραυγές των λύκων
μου θυμίζανε πως πέρασα το χέρι μου στην πλάτη σου
για χάρη μόνο μιας αναμνηστικής φωτογραφίας
 
φορούσες μια λευκή μάλλινη μπλούζα
φορούσα ένα πουκάμισο καρό
ένα χαμόγελο σαν ομιλία διπλωμάτη
έκανε πραξικόπημα στα χείλη σου
το έκοψα αθόρυβα
και το καμάκωσα -στολίδι-
στη φωνή του Μάλαμα
για να σφυροκοπά πιο σθεναρά
τους αλγορίθμους της σιωπής μας
 
ήσουν «γυναίκα κουρασμένη απ’ το δρόμο»
κι εγώ το ήξερα καλά πως
«όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι»
 
γι’ αυτό, λοιπόν, μην απορείς
που δεν ζητούσα να χορέψουμε
 
ήταν κι αυτή μια μέθοδος να επιβιώσω απ’ τα τραγούδια
που δεν γράφτηκαν για εμάς.


                                            photo: Julia Nikonova



25/04/2017

Στην Πλώρη Της Ανατολής

Ήμασταν συνένοχοι στην αφωνία
όμως κανείς δεν είχε αντιληφθεί το πάθος μου
να γίνω μουσικός
 
σε λίγο θα ξημέρωνε
κι έκρυβα κάτω από το στρώμα
το κλειδί του σολ
για να φυλάξω ανέπαφη την αϋπνία της κλοπής
κράτησα μόνο το φιαλίδιο με την άμμο
για να μπορώ να αποφεύγω τις παγίδες
και ακολούθησα τα βήματα
που με είχαν προσπεράσει βιαστικά
μέχρι που έχασα τα ίχνη μου
σε μια παραθαλάσσια συγχορδία
 
μία γυναίκα στεκόταν μόνη
στην πλώρη της ανατολής
το βλέμμα της φυλάκιζε σε υδάτινα κλουβιά
όλες τις νότες που περνούσαν
η θάλασσα ερχόταν και της έβρεχε τα πόδια
ζωγράφιζε πάνω στις πέτρες σκόρπια γράμματα
απ’ τη ζωή εκείνου που δεν ήμουν
σήκωσα ένα κοχύλι και το έβαλα στ’ αυτί
αμέσως μου ήρθε στο μυαλό
ο ήχος των χελιδονιών
καθώς πετούν προς τον Βορρά
 
τότε η θάλασσα
ενώθηκε με την άλλη θάλασσα
που αγρίευε ανάμεσα στους μηρούς της γυναίκας
 
η αρμύρα ψαλίδισε το σώμα μου
το σκόρπισε
σαν κομμάτια ψηφιδωτού
μέσα στις δύο θάλασσες
 
η μέρα φόρεσε τη σάρκα της γυναίκας
έγινα λαθρεπιβάτης στο λευκό της άλογο
και τ’ όνομά μου ήταν Χίθκλιφ1
 
1: χαρακτήρας από το μυθιστόρημα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ. 


                                                     photo: Julia Nikonova



07/04/2017

Strange Colour Blue

Ημέρα 1η
 
Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Όσοι δεν ήταν στα κρεβάτια τους μείναν να συζητούν γύρω από τυφλωμένες λέξεις. Τα φώτα του δρόμου ακολουθούσαν την κιθάρα του Bob Dylan. Αλλάζαν συνεχώς τα σχέδια της νύχτας. Κι αυτή δυσκολευόταν να γράφει μηνύματα στους τοίχους με σκοτάδι. Με τύλιγε ακόμα η αίσθηση μιας ημιτελούς εφηβείας. Κι έτσι μου χαμογέλασε η γυναίκα που αφήνει τα παράθυρα ανοιχτά. Για να ακούγεται το κύκνειο άσμα της σελήνης. Της έδωσα ένα λευκό χαρτί. Επάνω του ζωγράφισε το πρόσωπό μου. Στα μάτια έβαλε το χρώμα των ματιών της.    
 
Ημέρα 2η
 
Ύστερα έλιωσε το δέρμα μου. Το έχυσα σε μία σάπια υδρορροή. Έπεσα απ’ το μπαλκόνι δίχως δέρμα. Σαν νόθος γιος του καλοκαιριού. Ο αέρας μύριζε ιώδιο. Η πόλη έφευγε απ’ τους ανθρώπους. Μάλλον την είχαμε κουράσει. Και προτιμάει τώρα να ξυπνά στην αγκαλιά του κάθε αγνώστου.
 
Ημέρα 3η
 
Βρισκόμουν ακόμα κάτω απ’ τη σκιά. Των ρούχων που ήθελα να κάψω. Να πετάξω στη θάλασσα. Να σκίσω και να ρίξω τα κομμάτια από το πιο ψηλό βουνό. Μόλις είχα βγάλει τα γυαλιά απ’ τις πατούσες μου. Ένα αδέσποτο σκυλί άρχισε να γλείφει τις πληγές. Το αγκάλιασα και είπα για τα κέρματα που πέταξα στ’ αστέρια. Τώρα γύριζαν στα χέρια μου το ένα μετά το άλλο. Η παρουσία του ανθρώπου που δε γνώριζα γινότανε πιο αισθητή. Απ’ το οτιδήποτε. Λες και αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Λες και ζούσε μια δίδυμη ψυχή μέσα στο σώμα μου. Που το τραγούδι της με μάγευε. Κάνοντάς με να πετώ τα κέρματά μου όλο και πιο μακριά. 
  
Ημέρα 4η
 
Προχώρησα με δυσκολία στο σκοτεινό διάδρομο. Μέχρι να φτάσω στο δωμάτιο της γυναίκας που αφήνει τα παράθυρα ανοιχτά. Για να ακούγεται το κύκνειο άσμα της σελήνης. Ήθελα να τ’ ακούσω δίπλα της. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μόλις με είδε σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, φόρεσε τα σανδάλια της και άφησε στο κομοδίνο την πρώτη μας φωτογραφία: ήμασταν φοιτητές. Είχαμε μόλις τελειώσει το δεύτερο έτος. Τα όνειρά μας ήταν κόκκινα. Σαν τις βαθιές αναπνοές που μας ξεβράσανε σ’ αυτό το καλοκαίρι. Είμαι κατάδικος να μείνω πάντα εδώ, της είπα. Εκείνη άπλωσε τα χέρια προς το μέρος μου. Ανεβήκαμε στο περβάζι και χορέψαμε. Σε λίγο τα πάντα εξαϋλώθηκαν. Μείναμε οι δυο μας να επιπλέουμε. Κάτω απ’ το ετοιμοθάνατο φεγγάρι.    


                                            photo: Zoe Argiri